Η Pompe Funèbres, η εταιρία που έχει το μονοπώλιο των κηδειών, αρνήθηκε να βάλει μερικές κόκκινες «πινελιές» στο φέρετρο, ωστόσο το κόκκινο χρώμα δεν λείπει από την συγκέντρωση. Βρίσκεται παντού, στα λάβαρα των εργατών, σε κονκάρδες, μαντίλια, στα στεφάνια που έχουν στείλει οργανώσεις από όλη την Γαλλία, αλλά και στο κόκκινο ύφασμα με το οποίο έχουν τυλίξει το άψυχο σώμα.
Ο Αμερικάνος δημοσιογράφος που περιγράφει τις σκηνές, στέκεται με επικριτική και απαξιωτική διάθεση προς την τελετή αλλά και προς τον ίδιο τον νεκρό. Πως θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Είναι ο ανταποκριτής της αστικής εφημερίδας New York Times στο Παρίσι, ενώ ο εκλιπών υπήρξε ένας ορκισμένος εχθρός από την «άλλη» πλευρά, αμετανόητος επαναστάτης της εργατικής τάξης. Η ημερομηνία δημοσίευσης του άρθρου είναι η 22 Ιανουαρίου 1881, και τα γεγονότα εκτυλίσσονται 17 μέρες πριν, την Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 1881. Την ημέρα που κηδεύτηκε ο Louis August Blanqui.
Τον επικήδειο εκφώνησε η Louisa Michel, η ξακουστή «αμαζόνα» της Κομμούνας του 1871, που στο δικαστήριο ορκιζόταν στο όνομα του Blanqui και προκαλούσε κατά πρόσωπο τους δικαστές της: «Εάν δεν είστε δειλοί, σκοτώστε με!» Άλλα «ονόματα» της εποχής, όπως ο «ξεπουλημένος» Κομμουνάρος και μετέπειτα πρωθυπουργός Clémenceau, αλλά κι ο πρώην ευγενής Rochefort, «έλαμψαν» διά της απουσίας τους.
Ποιος ήταν όμως ο Blanqui; Οι θεωρητικοί του Μαρξισμού τον αναφέρουν ως μια σπουδαία μορφή του επαναστατικού Κομμουνισμού, πριν επικρατήσουν σχεδόν ολοκληρωτικά οι ιδέες του Karl Marx στο εργατικό κίνημα. Από την άλλη, αποτέλεσε σημείο αναφοράς ακόμα και για την εφημερίδα του φασιστικού Κόμματος «Il Popolo d’Italia» που χρησιμοποιούσε την ρήση του στην πρώτη σελίδα: «Όποιος έχει σιδερικό, έχει και ψωμί». Κατηγορήθηκε από τον σύντροφο του Barbès ως πληροφοριοδότης στα 1848, και ως «τίποτα άλλο από ένας νεκροθάφτης των εξεγέρσεων κατόπιν συμφωνίας» από τον Benjamin Raspail στα 1870. Ωστόσο, αυτός παρέμεινε ακλόνητος στα πιστεύω και στην δράση του μέχρι τα βαθιά γεράματα, και πέρασε τα 36 από τα 75 χρόνια της ζωής του στην φυλακή, ενώ καταδικάστηκε σε θάνατο από όλα τα καθεστώτα και κυβερνήσεις της Γαλλίας που εγκαθιδρύθηκαν μέσα σε αυτές τις 7,5 δεκαετίες, μοναρχικές και δημοκρατικές. Πράγμα οξύμωρο για κάποιον που υποτίθεται πως έχει συνεργαστεί με τους «δεσμοφύλακες του», γι’ αυτό και η κατηγορία στην συνέχεια χρησιμοποιήθηκε ελάχιστα, κυρίως από τους ταξικούς του εχθρούς για την απαξίωση του, παρά μέσα από τους ίδιους τους επαναστατικούς κύκλους και την πλατιά εργατική μάζα που του έτρεφαν βαθύ σεβασμό. Για την προσωπικότητα του υπάρχουν ουκ ολίγες αναφορές μέσα στην κομμουνιστική φιλολογία που τον ξεχωρίζουν για τον επαναστατικό του οίστρο και την αφοσίωση του, αλλά ταυτόχρονα ο χαρακτηρισμός του «Μπλανκιστή» αποτέλεσε μια πρώτης τάξεως κατηγορία ως ένδειξη θεωρητικών και οργανωτικών λαθών και παρεκκλίσεων μέσα στους κομμουνιστικούς κύκλους…
Η ζωή αυτού του αμφιλεγόμενου ανδρός ξεκινά στα 1805 στο Puget-Théniers, ως γιος ενός αξιωματούχου που εγκατέλειψε τις ριζοσπαστικές ιδέες της νιότης του για μια θέση στον κρατικό μηχανισμό του Ναπολέοντα. Από την υπόλοιπη οικογένεια ξεχωρίζει ένας αδερφός του, που δεν ασχολήθηκε ποτέ με την πολιτική αλλά αφιερώθηκε στην συγγραφή λογοτεχνικών έργων έχοντας στο ενεργητικό του και μια εργασία πολιτικής οικονομίας, και η πάντα πιστή σε αυτόν, Αntoinne. Παρ’ όλο που η κοινωνική του θέση του επιτρέπει να σπουδάσει νομικά και ιατρική, γρήγορα ο νεαρός August νοιώθει την ακαταμάχητη έλξη της πολιτικής, και μάλιστα στην πιο ακραία και ριζοσπαστική εκδοχή της.
Αρχικά εντάσσεται στην οργάνωση των Καρμπονάρων -μέλος της οποίας υπήρξε και ο Ναπολέοντας- που στην ιστορική της παράδοση έχει να επιδείξει τους αγώνες της για μια ενοποιημένη, δημοκρατική Ιταλία, διαδίδοντας την φλόγα της και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αποχωρεί το 1824, ενώ έχει ήδη συμμετάσχει σχεδόν σε όλες τις συνωμοσίες της περιόδου για την ανατροπή του καθεστώτος. Το 1827 επί Καρόλου του 10ου , λαμβάνοντας μέρος σε μια οδομαχία τραυματίζεται σοβαρά, στον δρόμο του Saint-Denis. Δύο χρόνια μετά, στα 1829, εντάσσεται στο δυναμικό της εφημερίδας Le Globe, του Pierre Leroux, η οποία αποτελούσε το επίσημο όργανο της κοινότητας των οπαδών του Saint-Simon. Tον επόμενο χρόνο, στα 1830, συμμετέχει στην εξέγερση του Ιουλίου, και μετά από αυτήν εντάσσεται στην οργάνωση των Φίλων του Λαού (Amis du Peuple) εξέχοντα μέλη της οποίας ήταν ο Armand Barbès και ο Philippo Buonarotti, ο γνωστός σύντροφος του Γράκχου Μπαμπέφ από την Συνωμοσία των Ίσων. Στα 1831 έρχεται η πρώτη καταδίκη του. Δικάζεται για την παρουσία του στις ταραχές της 12ης Ιανουαρίου, αλλά τελικά καταδικάζεται με ποινή φυλάκισης ενός έτους για προσβολή του δικαστηρίου, και έτσι είναι σύντομα ξανά ελεύθερος. Στην επέτειο της πρώτης καταδίκης του, το 1832, έρχεται η δεύτερη καταδίκη του, για συνωμοσία και στάση, με την ποινή του να είναι πάλι διάρκειας ενός έτους. Τον Αύγουστο του 1836 καταδικάζεται με ποινή φυλάκισης 2 ετών μαζί με τον Barbès και τον Lamieussons για την ίδρυση της παράνομης οργάνωσης Société des Familles και για την παρασκευή πυρίτιδας. Με το διάταγμα της 7ης Μαΐου 1837 αμνηστεύεται και είναι πάλι ελεύθερος. Τον Μάιο του 1839, λαμβάνει χώρα μια εξέγερση στην οποία συμμετείχε και η Λίγκα των Ίσων, μια οργάνωση που ιδρύθηκε το 1836 από Γερμανούς Μπαμπουβιστές εργάτες στο Παρίσι, και ήταν ο πρόγονος της Λίγκας των Κομμουνιστών στην οποία αργότερα εντάχθηκε ο Marx. Η επιρροή των ιδεών του Blanqui μαζί με την φυσική του παρουσία στην εξέγερση, αλλά και σε αυτήν της Société des Saisons, τον στέλνουν για άλλη μια φορά στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Στις 14 Ιανουαρίου 1840, καταδικάζεται σε θάνατο, μια ποινή που λίγο αργότερα θα μετατραπεί σε ισόβια δεσμά. Χάρη στη Επανάσταση του 1848 θα απελευθερωθεί μετά από 8 χρόνια εγκλεισμού, αλλά όχι για πολύ. Η ηγετική συμμετοχή του στην εξέγερση της 15ης Μαΐου 1849, όπως και οι βίαιες πρακτικές της ιδρυθείσας από τον ίδιο οργάνωσης Société Républicaine Centrale που τον έφεραν σε αντιπαράθεση με τους νομιμόφρονες Ρεπουμπλικάνους, προκαλούν την σύγκρουση του για άλλη μια φορά με την κυβέρνηση που διοικείται από τον Lamartine, κοστίζοντας του άλλα δέκα χρόνια φυλάκιση σε εξορία. Στις 10 Φεβρουαρίου 1851 κι ενώ βρίσκεται στην φυλακή, γράφει μια επιστολή προς το συμβούλιο των προσφύγων Σοσιαλδημοκρατών στο Λονδίνο, την εισαγωγή και παρουσίαση της οποίας θα γράψει ο Karl Marx, υπό τον τίτλο «Introduction to the Leaflet of L. A. Blanqui 's Toast Sent to the Refugee Committee». Κατά την ίδια περίοδο φυλάκισης του, η απόπειρα του να αποδράσει θα μείνει στην Ιστορία. Καταφέρνει να βγει έξω από το Φρούριο του Belle Isle, αλλά φτάνοντας στην ακτή προδίδεται από έναν ψαρά στις αρχές, οι οποίες αφού τον συλλάβουν τον στέλνουν αρχικά στην Κορσική και αργότερα στην Lambessa της Αλγερίας. Το 1859 αποφυλακίζεται και επιστρέφει στην Γαλλία, ίσα ίσα για να συλληφθεί εκ νέου το 1861 και να σταλεί στην φυλακή με την κατηγορία της ίδρυσης μυστικής οργάνωσης. Το 1865, κι ενώ βρίσκεται έγκλειστος στις φυλακές της Αυτοκρατορίας, αποδρά και συνεχίζει την προπαγάνδα του κατά της Γαλλικής εξουσίας από το εξωτερικό. Με την γενική αμνηστεία του 1869 επιστρέφει στην Γαλλία, όπου απευθείας αναλαμβάνει και πάλι δράση. Στην κηδεία του δολοφονηθέντος δημοσιογράφου Victor Noir ξεσπούν ένοπλα επεισόδια στα οποία φυσικά είναι παρών, όπως επίσης και στις ταραχές της 17ης Αυγούστου όπου μεταξύ άλλων αποπειράθηκε να αποσπάσει όπλα από ένα οχυρό. Τον Σεπτέμβριο ιδρύει την οργάνωση La patrie en danger μαζί με το ομώνυμο έντυπο όργανο της, και στην εξέγερση της 31 Οκτωβρίου που προσωρινά καταλήφθηκε η εξουσία από τους Επαναστάτες, είναι και πάλι ένας από τους πρωτεργάτες. Στις 9 του Μάρτη 1871, καταδικάζεται ερήμην του σε εγκλεισμό στο Clairvaux, στο οποίο οι διώκτες του θα καταφέρουν να τον κλείσουν μόνο όταν ο σφαγέας της Κομμούνας, ο «φιλελεύθερος» Θιέρσος, πληροφορείται πως ο Blanqui κρύβεται στο σπίτι κάποιου φίλου του Φυσικού στο Bretenoux και στις 17 του ίδιου μήνα καταφέρνει να τον συλλάβει πιάνοντας τον στον ύπνο. Λίγες μέρες μετά κι ενώ ο Blanqui βρίσκεται έγκλειστος σε κάποιο κελί, ξεσπά η εξέγερση της Παρισινής Κομμούνας. Οι Κομμουνάροι αναγνωρίζοντας την προσφορά του Blanqui στο εργατικό κίνημα και κυρίως τις ηγετικές του ικανότητες, τον εκλέγουν Πρόεδρο τους. Προτείνουν στον Θιέρσο την ανταλλαγή του αιχμάλωτου Blanqui, με μια σειρά ονομαστών ομήρων μεταξύ των οποίων ήταν και ο Αρχιεπίσκοπος του Παρισιού. Ο Θιέρσος αρνείται, φοβούμενος τις επιπτώσεις από την καθοδήγηση της Κομμούνας από το επαναστατικό δαιμόνιο που ονομάζεται August Blanqui. Η εξέλιξη και το τέλος της Κομμούνας ανήκει στην Ιστορία. Προδομένη από τα λάθη της και την αφελή μεγαλοψυχία της θα πνιγεί στο αίμα από τα τουφέκια και τις ξιφολόγχες της άρχουσας τάξης. Ο οίκτος θα αποτελέσει μια άγνωστη λέξη εκείνες τις ημέρες, ενώ η βαρβαρότητα θα κυριαρχήσει στους δρόμους του Παρισιού. Ο Victor Hugo, αστός και αντίθετος στην Κομμούνα ο ίδιος, θα θυμηθεί με αποστροφή τις «θελκτικές κυρίες» των Βερσαλλιών που, νικήτριες πλέον, διασκέδαζαν ανοίγοντας με την άκρη της ομπρέλας τους σαδιστικά τις πληγές μιας ξαπλωμένης στον δρόμο «πυρπολήτριας», όπως ονομαζόντουσαν οι γυναίκες της Κομμούνας. Ο Blanqui, δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο από το να μένει βουβός και περίλυπος παρατηρητής των τραγικών αυτών γεγονότων, «ενταφιασμένος» σε κάποιο κελί. «…Κι έτσι η Κομμούνα ερείπωσε και ο κόσμος ορφάνεψε» (Ρεμπώ)…
Στα 1872, κι ενώ ο Blanqui βρισκόταν στην φυλακή όλο το προηγούμενο διάστημα, καταδικάζεται μαζί με άλλα μέλη της Κομμούνας σε εξορία, ποινή που λόγω της ήδη σοβαρά κλονισμένης υγείας του θα μετατραπεί σε, άλλη μια, ποινή φυλάκισης. Στις 20 Απριλίου 1879, ο Blanqui εκλέγεται βουλευτής στο διαμέρισμα του Bordeaux, και παρ’ όλο που η ψηφοφορία κρίνεται άκυρη, ο ίδιος επιτέλους αποφυλακίζεται, για να συνεχίσει ακούραστα την προπαγάνδα κατά της αστικής εξουσίας μέχρι το τέλος της ζωής του…
Ο Blanqui, όπως και αρκετοί προκάτοχοι του, ήταν ένας άνθρωπος κυρίως της δράσης, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν άφησε πίσω του ένα αξιοπρόσεκτο όγκο γραπτών, αλλά κυρίως ο βασικός λόγος μνημόνευσης του είναι η πρακτική του δουλειά και η μαχητικότητα του. Στο πλήθος των γραπτών του περιλαμβάνονται ένας μεγάλος αριθμός άρθρων του σε εφημερίδες που είτε ίδρυσε ο ίδιος είτε απλά συμμετείχε σε αυτές, αλλά και αρκετά ολοκληρωμένα έργα, τα οποία αποτέλεσαν την θεωρητική βάση του ρεύματος που ονομάστηκε Μπλανκισμός, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο ίδιος ο Blanqui είχε κάποια άμεση σχέση με τις οργανώσεις που αυτοπροσδιορίζονταν ως Μπλανκιστικές. Ο Friedrich Engels στα 1874, κάνοντας κριτική στο Πρόγραμμα των Μπλανκιστών προσφύγων της Κομμούνας στο Λονδίνο, οι οποίοι μόλις είχαν αποχωρίσει από την Α’ Διεθνή και είχαν δημιουργήσει την δική τους οργάνωση, αναφέρει πως είναι ζήτημα αν δυο τρεις από αυτούς είχαν ποτέ καταφέρει να μιλήσουν με τον ίδιο τον Επαναστάτη, παρ’ όλο που ο ίδιος ήταν ακόμα εν ζωή και ενεργός στην δράση του - όταν δεν βρισκόταν κλεισμένος σε κάποια φυλακή… Οι ίδιοι λοιπόν αυτοχαρακτηρίζονταν έτσι διότι δήλωναν πιστοί στις παραδόσεις και στις ιδέες του Blanqui. Ιδέες, οι οποίες εντούτοις στερούνταν της οποιασδήποτε επιστημονικής βάσης, κι αναπόφευκτα ύστερα από μερικές δεκαετίες με την ολοκληρωτική επικράτηση του Μαρξισμού στο Κομμουνιστικό κίνημα, αποτέλεσαν «νεκρό δόγμα» που σήμερα έχει εκλείψει οριστικά και δεν αποτελεί σημείο αναφοράς για καμιά οργάνωση παγκοσμίως.
Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, πως το σπουδαιότερο και πιο αξιοπρόσεκτο πνευματικό προϊόν του Blanqui ήταν το Eternite par les astres, το βιβλίο που συνέγραψε λίγο μετά την πτώση της Κομμούνας ενόσω ήταν έγκλειστος στο φρούριο του Τορό. Ξεκινώντας από τον Laplace, ξεδιπλώνει το πλούσιο μορφωτικό του επίπεδο διατηρώντας αυστηρή επιστημονική ακρίβεια για να «πατήσει» κατόπιν πάνω στην θεωρία της απειρίας του σύμπαντος και του χωροχρόνου, και να αναπτύξει την δική του υπόθεση, των παράλληλων κόσμων και ιστοριών, όπου η κάθε μια είναι όμοια με τον εαυτό της αλλά ξεχωρίζει στις διάφορες εκφάνσεις της και εκβάσεις της. Έτσι λοιπόν ο August Blanqui φτάνοντας σε υψηλά επίπεδα λογοτεχνικού ύφους παρουσιάζει την δική του εκδοχή για τον κόσμο, η οποία μας ωθεί να οραματιστούμε πως σε ένα άλλο, παράλληλο σύμπαν, τα ιδανικά του θα είχαν γίνει πια πραγματικότητα και οι αγαπημένοι του Κομμουνάροι, αντί για σφαγιασμένα πτώματα που σωριάζονται σε κάποιο τάφο, θα ήταν ολοζώντανοι και περήφανοι, νικητές και αφέντες της μοίρας τους…
Αρκετό ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης και η σύλληψη του Blanqui σχετικά με την ιδανική οργάνωση και τους συνωμοτικούς κανόνες που πρέπει να ακολουθούν οι επαναστάτες, όπως εφαρμόστηκε στην Société des Saisons, δηλαδή στην Οργάνωση των Εποχών. Με βάση αυτό το οργανωτικό σχέδιο υπήρχαν, για λόγους ασφαλείας, κάποιες ιεραρχήσεις στο εσωτερικό της οργάνωσης. Κάθε άνδρας αντιπροσώπευε μια Ημέρα. Επτά άνδρες αποτελούσαν μια Εβδομάδα, εκ των οποίων οι έξι ακολουθούσαν τις εντολές του εβδόμου ανδρός, που ονομαζόταν Κυριακή. Τέσσερις εβδομάδες αποτελούσαν ένα Μήνα, οι αρχηγοί των οποίων ονομάζονταν Ιούλιος και Δεκέμβριος. Τρεις Μήνες ονομάζονταν Εποχές, με αντίστοιχους αρχηγούς την Άνοιξη, τον Χειμώνα, το Καλοκαίρι, και το Φθινόπωρο και τέλος αυτοί με την σειρά τους αναφερόντουσαν μόνο στα τρία Έτη, την ανώτερη βαθμίδα της οργάνωσης την οποία αποτελούσαν οι τρεις ηγέτες, Armand Barbès, August Blanqui και Martin Bernard. Μια θεωρία, αρκετά εντυπωσιακή στην σύλληψη της μεν, παντελώς άχρηστη πλέον δε, από την στιγμή που η Ιστορία έθεσε την αναγκαιότητα στο Κομμουνιστικό κίνημα να αναπτυχθεί μέσα από μαζικά Κόμματα και όχι μέσα από μικρούς συνωμοτικούς πυρήνες.
Η ζωή του August Blanqui αποτελεί σίγουρα πολύτιμο υλικό για τους μελετητές της πολιτικής και της Ιστορίας, και γιατί όχι, και γι’ αυτούς της Ψυχολογίας, για την παρατήρηση και την καταγραφή των χαρακτηριστικών του ακραίου ψυχολογικού τύπου αυτού του Επαναστάτη, δηλαδή του ανθρώπου που αποφασίζει να αφιερωθεί ολόψυχα στον σκοπό της Επανάστασης διαγράφοντας οποιαδήποτε άλλη συμβατική κοινωνική δραστηριότητα στην ζωή του. Ο Blanqui είναι μια περίπτωση Επαναστάτη που δεν συναντάται εύκολα. Όχι μόνο η αυτοθυσία του, αλλά και η φανατική προσήλωση του στον συνωμοτισμό και στην μυστικότητα, σε σημείο να παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά της εμμονής, τραβούν αμέσως την προσοχή και στον πλέον αδιάφορο αναγνώστη ή ερευνητή. Ο ίδιος συνήθιζε να περηφανεύεται γι’ αυτή την «περίεργη» προσήλωση του στην Συνωμοσία. «Είμαι Συνωμότης από την φύση μου», έλεγε. «Σαν βρέφος συνωμότησα ενάντια στην βρεφοκόμο μου, και θα συνωμοτώ ενάντια στον Θεό ή στον Διάβολο μετά θάνατον, ανάλογα με την τοποθεσία της μελλοντικής μου κατοικίας.» Πραγματικά ο Blanqui σε όλη την διάρκεια της ζωής του αρνήθηκε να επεξεργαστεί οποιαδήποτε άλλη μορφή πάλης πέρα από αυτή των στενών επαναστατικών πυρήνων και των αυστηρών συνωμοτικών κανόνων. Αν ο Blanqui είχε ακολουθήσει την μοίρα της πλειοψηφίας των Επαναστατών, που πέθαναν νέοι μετά από μια ταραχώδη ζωή, ίσως να ήταν απόλυτα σύμφωνος με το πνεύμα και τις ανάγκες της Εποχής του, εφόσον η δράση του ξεκινά πολύ πριν καν ο Marx ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική. Όμως, επιβιώνοντας μέσα από τραγικές συνθήκες και περιπέτειες ο Γάλλος έζησε μέχρι το 1881, μια περίοδο όπου το κομμουνιστικό κίνημα είχε ήδη αντιληφθεί στην πράξη τα αδιέξοδα της συνωμοτικής πρακτικής και είχε δείξει τον δρόμο της μαζικότητας. Ο Blanqui δεν φαίνεται να το κατανόησε ποτέ αυτό. Προωθούσε έναν σοσιαλισμό χωρίς ουσιαστικό θεωρητικό υπόβαθρο και επέμενε πεισματικά σε μια μέθοδο πάλης η οποία είχε οριστικά εγκαταλειφθεί από την Ιστορία. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως αν ο έτερος μεγάλος Γάλλος, ο Μπαμπέφ, (βλ. Ο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ) ήταν ένας Επαναστάτης μπροστά από την εποχή του, αντιθέτως τότε ο Blanqui είχε μείνει πολύ πίσω από αυτήν. Δύο προσωπικότητες όμοιες ως προς τον ηρωισμό τους και ως προς την ασυμφωνία με την εποχή τους. Σχολιάζει σχετικά ο Engels για τον Αύγουστο Blanqui: «Ο Blanqui είναι πραγματικά ένας πολιτικός επαναστάτης. Είναι σοσιαλιστής μόνο μέσα από το συναίσθημα, μέσα από την συμπόνια του για τα βάσανα του κόσμου, αλλά δεν έχει ούτε σοσιαλιστική θεωρία, ούτε ξεκάθαρες πρακτικές προτάσεις για τις κοινωνικές ασθένειες. Στην πολιτική του δραστηριότητα ήταν κυρίως “άνθρωπος της δράσης”, πιστεύοντας πως μια μικρή και καλά οργανωμένη μειοψηφία που θα επιχειρούσε ένα ισχυρό πολιτικό χτύπημα την κατάλληλη στιγμή θα μπορούσε να συμπαρασύρει τον κόσμο μαζί τους με μερικές αρχικές επιτυχίες και συνεπώς να κάνει μια νικηφόρα επανάσταση (…) Μέσα από την αντίληψη του Blanqui, πως κάθε επανάσταση μπορεί να γίνει μέσα από την εξέγερση μιας μικρής επαναστατικής μειοψηφίας, προκύπτει από μόνη της η αναγκαιότητα μιας δικτατορίας μετά από την επιτυχία του εγχειρήματος. Αυτή είναι σαφώς, όχι μια δικτατορία ολόκληρης της επαναστατικής τάξης, του προλεταριάτου, αλλά της μικρής μειοψηφίας που έκανε την επανάσταση, και οι οποίοι έχουν από τα πριν οργανωθεί κάτω από την δικτατορία ενός ή μερικών ατόμων. Βλέπουμε, επομένως, πως ο Blanqui είναι ένας επαναστάτης της προηγούμενης γενιάς.»
Και όντως έτσι είναι. Η οποιαδήποτε κριτική πάνω στα ατομικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Blanqui θα ήταν ατελής, αν δεν προσπαθούσε να την εντάξει μέσα σε ένα ευρύτερο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο. Ουσιαστικά ο Blanqui και η δράση του ήταν απότοκα μιας μακράς παράδοσης μυστικότητας και συνωμοτισμού που έλκουν την καταγωγή τους από τα χρόνια ακόμα του Μεσαίωνα. Οι καταπιεζόμενες τάξεις στην προσπάθεια τους να προασπίσουν και να προωθήσουν τα δικαιώματα και τα συμφέροντα τους -επαγγελματικά αρχικά, κοινωνικά και πολιτικά στην συνέχεια- δεν είχαν άλλη επιλογή από την δημιουργία οργανώσεων που η σύνδεση μεταξύ των μελών τους γινόταν κάτω από απαραβίαστους όρκους σιωπής και μυστικοπάθειας. Από τις συντεχνίες των μαστόρων στις Μεσαιωνικές πόλεις που ως σκοπό είχαν την προστασία των μυστικών της τεχνικής τους, μέχρι και τις αντίστοιχες γκίλντες των εμπόρων, ο κλειστός χαρακτήρας αυτών των οργανώσεων ήταν, αναπόφευκτα, θεσμός. Ο Τεκτονισμός, που τόσο έχει ντυθεί με μυστικιστικό και αποκρυφιστικό μανδύα στους αιώνες που ακολούθησαν εξαιτίας του μυστηρίου που απέπνεε η άγνωστη στον κόσμο φύση τους, είναι προϊόν ακριβώς αυτού του συντεχνιακού τρόπου οργάνωσης, που αποτέλεσε την βάση για την δημιουργία οργανώσεων όπως η Φιλική Εταιρεία και οι Καρμπονάροι, «δανείζοντας» τους μάλιστα την τεκτονική δομή τους πάνω στην οποία ήταν θεμελιωμένες. Η όξυνση της ταξικής πάλης ανάμεσα στην ανερχόμενη αστική τάξη και στην παρακμάζουσα φεουδαρχία, και η δυναμική εξέλιξη της πολιτικής στην ανθρώπινη Ιστορία, οδηγούν σταδιακά στην δημιουργία οργανώσεων με ξεκάθαρα επαναστατικό πολιτικό περιεχόμενο. Κατά τον Μεσαίωνα, ο κλειστός χαρακτήρας των οργανώσεων αυτών δεν ήταν επιλογή, αλλά αναγκαιότητα. Στα θεοκρατικά, φεουδαρχικά καθεστώτα της Σκοτεινής Εποχής, έννοιες όπως πολιτικές ελευθερίες και δικαιώματα ήταν παντελώς άγνωστες. Επίσης, οι αντικειμενικές συνθήκες της κοινωνίας και κατ’ επέκταση και τα θεωρητικά εργαλεία που είχαν στην διάθεση τους οι Επαναστάτες, δεν επέτρεπαν οποιαδήποτε άλλη μορφή οργάνωσης και αντίληψης για τα μέσα της ταξικής πάλης. Η δομή τέτοιων οργανώσεων ήταν ταξικά ετερογενής. Από χρηματιστές, μικρομεσαίους ιδιοκτήτες και εμπόρους, μέχρι ακτήμονες, εργάτες γης και μανουφακτούρας, κάτω φυσικά από την καθοδήγηση των πιο πρωτοπόρων ριζοσπαστών της αστικής τάξης. Καταγράφεται μια πληθώρα τέτοιων οργανώσεων κατά την διάρκεια του Μεσαίωνα, μέχρι και την δημιουργία του πρώτου, με την σύγχρονη έννοια, δημοκρατικού πολιτικού Κόμματος στην Ιστορία, του Κόμματος των Ισοπεδωτών (1640-1649), του John Lilborne. Οι Ισοπεδωτές, οι οποίοι είχαν ως σημείο συνάντησης την Whalebone Tavern, είχαν δικό τους έντυπο όργανο, είχαν πυρήνες σε πολλές πόλεις της Αγγλίας, είχαν «διασπείρει» μυστικά αγκιτάτορες μέσα στον στρατό του Κρόμγουελ -τους επονομαζόμενους πράκτορες- είχαν επεξεργαστεί θεωρητικά με εντυπωσιακό για την εποχή τρόπο κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα δημιουργώντας μια πρωτοποριακή πλατφόρμα ιδεών και στόχων, και φυσικά, ως αντανάκλαση της ταξικής ετερογένειας στο εσωτερικό τους, εμπεριείχαν στους κόλπους τους και φράξιες με πρώιμο κομμουνιστικό προσανατολισμό, τους «αληθινούς Ισοπεδωτές» (Winstanley, Everard). Στην πορεία εξέλιξης της ταξικής πάλης, και σαν αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης που σήμαινε ταυτόχρονα και την εντατικοποίηση στην δημιουργία και στον σχηματισμό της εργατικής τάξης, η ταξική διαφοροποίηση στο εσωτερικό αυτών των κομμάτων οδήγησε σταδιακά στην δημιουργία ξεχωριστών κομμάτων κι οργανώσεων, αυτή την φορά με αντικρουόμενα συμφέροντα. Θα χρειαζόντουσαν ημέρες ολόκληρες για να αναφέρει κάποιος απλώς ονομαστικά το πλήθος των μυστικών ομάδων που δημιουργήθηκαν στην ίδια περίοδο μέχρι και στον 19ο αιώνα. Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο θα ήταν αναγκαίο να γραφτεί για τις οργανώσεις συνωμοτικού χαρακτήρα που εμφανίστηκαν μόνο στην Γαλλία λίγο πριν και μερικές δεκαετίες μετά την Γαλλική Επανάσταση, όταν το φαινόμενο έφτασε στην κορύφωση του. Ο Ούλριχ Χούαρ, παίρνοντας έναυσμα από την κατάσταση στην Γαλλία, μας δίνει μια εξήγηση γιατί οργανώσεις αυτού του χαρακτήρα, αναγκάζονταν να λειτουργούν κάτω από το πέπλο της μυστικότητας και των συνωμοτικών κανόνων: «Ο εδαφικός και τοπικός κατακερματισμός της χώρας, οι αυστηροί κανόνες για τους εργάτες της μανουφακτούρας, οι μισθοί πείνας και ο αναλφαβητισμός εμπόδιζαν τη δημιουργία μόνιμων οργανώσεων. Επίσης, έλειπαν ακόμα οι υλικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο: η σύγχρονη μηχανική μεγάλη παραγωγή, η συγκέντρωση βιομηχανικών εργατών σε εργοστάσια και πόλεις. Δεν υπήρχε ακόμη οργανωμένη δύναμη ενάντια στο βασιλικό μηχανισμό εξουσίας, ο οποίος κατάστελλε βάναυσα όλες τις δραστηριότητες των προλεταρίων ενάντια στους αστούς εκμεταλλευτές τους, προς το συμφέρον των ιδιοκτητών. Οι οργανωτές απεργιών απειλούνταν με τη θανατική ποινή ή τα κάτεργα. Ένα Διάταγμα του 1781 απαγόρευε στους εργάτες να συνεννοούνται μεταξύ τους. Σε αυτό δεν είχε αλλάξει τίποτα ακόμα το ξέσπασμα της Επανάστασης με την έφοδο στη Βαστίλη στις 14 Ιουλίου 1789. Με τον περιβόητο «Νόμο Λε Σαπελιέ» (Le Chapelier) -πήρε το όνομα εκείνου που τον υπέβαλε- που αποφασίστηκε στις 14 Ιουνίου 1791 από τη Νομοθετική Συνέλευση, η απεργία έγινε πλέον ποινικό αδίκημα. Τα συνδικάτα θεωρούνταν παράνομα. Ο νόμος κατά της απεργίας ίσχυε μέχρι το 1864, η απαγόρευση των συνδικάτων μέχρι το 1884 στη Γαλλία. Η αντιαπεργιακή αυτή νομοθεσία ήταν ένας από τους λόγους που οι κομμουνιστικές οργανώσεις δεν μπορούσαν παρά να σχηματίζονται σε μυστικές κοινότητες, μέχρι μετά από τα μέσα του 19ου αιώνα, μέχρι τον κύκλο των ευρωπαϊκών επαναστάσεων του 1848-1850. Όμως, αυτή η αστική ταξική δικαιοσύνη δεν μπόρεσε να εμποδίσει την εμφάνιση και ανάπτυξη αυτών των οργανώσεων σαν πολιτική αντανάκλαση του ταξικού ανταγωνισμού ανάμεσα στην αστική τάξη που κατακτούσε την εξουσία στην περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης και του προ-προλεταριάτου που εξελισσόταν σε σύγχρονο βιομηχανικό προλεταριάτο.» Έτσι λοιπόν, κάτω από αυτές τις πολύπλοκες διαδικασίες που διήρκησαν αιώνες σχηματίστηκε μια δυναμική και πλούσια παράδοση της οποίας κληρονόμος ήταν ο August Blanqui. Πιστός στο πνεύμα της συνωμοσίας από την αρχή ως το τέλος της δράσης του μετέφερε ως τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα τον άνεμο της επανάστασης, όπως όμως τον είχε δεχτεί μέσα από τις συνωμοτικές διεργασίες των περασμένων αιώνων. Από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα όμως και μετά, ήταν κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο πως μόνο μέσα από την μαζικότητα η εργατική τάξη θα μπορούσε να διεκδικήσει τα δίκια της. Η Παρισινή Κομμούνα, ήταν από μόνη της μια τρανή απόδειξη πάνω σε αυτό. Ο Blanqui δεν κατάφερε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Στο τέλος της ζωής του, ήταν πλέον εμφανές και μέσα στους εργατικούς κύκλους που κάποτε τον είχαν λατρέψει και ακολουθήσει τυφλά, πως οι ιδέες του δεν είχαν πλέον πέραση.
Ο δημοσιογράφος της New York Times περιγράφει με εμφανή την χαιρεκακία τον τρόπο που πέθανε ο γηραιός πλέον Blanqui, την Τρίτη, 1η Ιανουαρίου του 1881. Παρευρίσκεται σε μια επαναστατική εργατική συγκέντρωση στην Salle Ragache. Η ομιλία του δεν συνοδεύτηκε από τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα κι επευφημίες των παρελθόντων ένδοξων ετών. Αφού ολοκληρώνει, κατεβαίνει από το βήμα και κάθεται στην θέση του στην πλατφόρμα των ομιλητών. Λόγω και της μεγάλης ηλικίας του, ο βετεράνος επαναστάτης αποκοιμιέται στην καρέκλα του. Ξυπνάει βλέποντας μια παρέα νεαρών εργατών να γελάνε κοροϊδεύοντας τον. Η αξιοπρέπεια του δεν μπορεί να το αντέξει. Εξοργισμένος και πριν καλά καλά φορέσει το πανωφόρι του, βγαίνει απότομα έξω στον Παρισινό χιονιά. Η ψυχολογική φόρτιση σε συνδυασμό με την απότομη αλλαγή θερμοκρασίας προκαλούν αποπληξία στον γερασμένο του οργανισμό. Ο Blanqui σωριάζεται στην μέση του δρόμου, μέσα στα χιόνια. Ο επαναστάτης που επιβίωσε από αναρίθμητες μάχες και μέσα στα πιο σκοτεινά μπουντρούμια κατά την διάρκεια της ζωής του, τώρα κείτεται νεκρός στα 75 του χρόνια, νικημένος από το κρύο και από τα γέλια μιας παρέας νεαρών…
Ο Αμερικάνος δημοσιογράφος που περιγράφει τις σκηνές, στέκεται με επικριτική και απαξιωτική διάθεση προς την τελετή αλλά και προς τον ίδιο τον νεκρό. Πως θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Είναι ο ανταποκριτής της αστικής εφημερίδας New York Times στο Παρίσι, ενώ ο εκλιπών υπήρξε ένας ορκισμένος εχθρός από την «άλλη» πλευρά, αμετανόητος επαναστάτης της εργατικής τάξης. Η ημερομηνία δημοσίευσης του άρθρου είναι η 22 Ιανουαρίου 1881, και τα γεγονότα εκτυλίσσονται 17 μέρες πριν, την Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 1881. Την ημέρα που κηδεύτηκε ο Louis August Blanqui.
Τον επικήδειο εκφώνησε η Louisa Michel, η ξακουστή «αμαζόνα» της Κομμούνας του 1871, που στο δικαστήριο ορκιζόταν στο όνομα του Blanqui και προκαλούσε κατά πρόσωπο τους δικαστές της: «Εάν δεν είστε δειλοί, σκοτώστε με!» Άλλα «ονόματα» της εποχής, όπως ο «ξεπουλημένος» Κομμουνάρος και μετέπειτα πρωθυπουργός Clémenceau, αλλά κι ο πρώην ευγενής Rochefort, «έλαμψαν» διά της απουσίας τους.
Ποιος ήταν όμως ο Blanqui; Οι θεωρητικοί του Μαρξισμού τον αναφέρουν ως μια σπουδαία μορφή του επαναστατικού Κομμουνισμού, πριν επικρατήσουν σχεδόν ολοκληρωτικά οι ιδέες του Karl Marx στο εργατικό κίνημα. Από την άλλη, αποτέλεσε σημείο αναφοράς ακόμα και για την εφημερίδα του φασιστικού Κόμματος «Il Popolo d’Italia» που χρησιμοποιούσε την ρήση του στην πρώτη σελίδα: «Όποιος έχει σιδερικό, έχει και ψωμί». Κατηγορήθηκε από τον σύντροφο του Barbès ως πληροφοριοδότης στα 1848, και ως «τίποτα άλλο από ένας νεκροθάφτης των εξεγέρσεων κατόπιν συμφωνίας» από τον Benjamin Raspail στα 1870. Ωστόσο, αυτός παρέμεινε ακλόνητος στα πιστεύω και στην δράση του μέχρι τα βαθιά γεράματα, και πέρασε τα 36 από τα 75 χρόνια της ζωής του στην φυλακή, ενώ καταδικάστηκε σε θάνατο από όλα τα καθεστώτα και κυβερνήσεις της Γαλλίας που εγκαθιδρύθηκαν μέσα σε αυτές τις 7,5 δεκαετίες, μοναρχικές και δημοκρατικές. Πράγμα οξύμωρο για κάποιον που υποτίθεται πως έχει συνεργαστεί με τους «δεσμοφύλακες του», γι’ αυτό και η κατηγορία στην συνέχεια χρησιμοποιήθηκε ελάχιστα, κυρίως από τους ταξικούς του εχθρούς για την απαξίωση του, παρά μέσα από τους ίδιους τους επαναστατικούς κύκλους και την πλατιά εργατική μάζα που του έτρεφαν βαθύ σεβασμό. Για την προσωπικότητα του υπάρχουν ουκ ολίγες αναφορές μέσα στην κομμουνιστική φιλολογία που τον ξεχωρίζουν για τον επαναστατικό του οίστρο και την αφοσίωση του, αλλά ταυτόχρονα ο χαρακτηρισμός του «Μπλανκιστή» αποτέλεσε μια πρώτης τάξεως κατηγορία ως ένδειξη θεωρητικών και οργανωτικών λαθών και παρεκκλίσεων μέσα στους κομμουνιστικούς κύκλους…
Η ζωή αυτού του αμφιλεγόμενου ανδρός ξεκινά στα 1805 στο Puget-Théniers, ως γιος ενός αξιωματούχου που εγκατέλειψε τις ριζοσπαστικές ιδέες της νιότης του για μια θέση στον κρατικό μηχανισμό του Ναπολέοντα. Από την υπόλοιπη οικογένεια ξεχωρίζει ένας αδερφός του, που δεν ασχολήθηκε ποτέ με την πολιτική αλλά αφιερώθηκε στην συγγραφή λογοτεχνικών έργων έχοντας στο ενεργητικό του και μια εργασία πολιτικής οικονομίας, και η πάντα πιστή σε αυτόν, Αntoinne. Παρ’ όλο που η κοινωνική του θέση του επιτρέπει να σπουδάσει νομικά και ιατρική, γρήγορα ο νεαρός August νοιώθει την ακαταμάχητη έλξη της πολιτικής, και μάλιστα στην πιο ακραία και ριζοσπαστική εκδοχή της.
Αρχικά εντάσσεται στην οργάνωση των Καρμπονάρων -μέλος της οποίας υπήρξε και ο Ναπολέοντας- που στην ιστορική της παράδοση έχει να επιδείξει τους αγώνες της για μια ενοποιημένη, δημοκρατική Ιταλία, διαδίδοντας την φλόγα της και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αποχωρεί το 1824, ενώ έχει ήδη συμμετάσχει σχεδόν σε όλες τις συνωμοσίες της περιόδου για την ανατροπή του καθεστώτος. Το 1827 επί Καρόλου του 10ου , λαμβάνοντας μέρος σε μια οδομαχία τραυματίζεται σοβαρά, στον δρόμο του Saint-Denis. Δύο χρόνια μετά, στα 1829, εντάσσεται στο δυναμικό της εφημερίδας Le Globe, του Pierre Leroux, η οποία αποτελούσε το επίσημο όργανο της κοινότητας των οπαδών του Saint-Simon. Tον επόμενο χρόνο, στα 1830, συμμετέχει στην εξέγερση του Ιουλίου, και μετά από αυτήν εντάσσεται στην οργάνωση των Φίλων του Λαού (Amis du Peuple) εξέχοντα μέλη της οποίας ήταν ο Armand Barbès και ο Philippo Buonarotti, ο γνωστός σύντροφος του Γράκχου Μπαμπέφ από την Συνωμοσία των Ίσων. Στα 1831 έρχεται η πρώτη καταδίκη του. Δικάζεται για την παρουσία του στις ταραχές της 12ης Ιανουαρίου, αλλά τελικά καταδικάζεται με ποινή φυλάκισης ενός έτους για προσβολή του δικαστηρίου, και έτσι είναι σύντομα ξανά ελεύθερος. Στην επέτειο της πρώτης καταδίκης του, το 1832, έρχεται η δεύτερη καταδίκη του, για συνωμοσία και στάση, με την ποινή του να είναι πάλι διάρκειας ενός έτους. Τον Αύγουστο του 1836 καταδικάζεται με ποινή φυλάκισης 2 ετών μαζί με τον Barbès και τον Lamieussons για την ίδρυση της παράνομης οργάνωσης Société des Familles και για την παρασκευή πυρίτιδας. Με το διάταγμα της 7ης Μαΐου 1837 αμνηστεύεται και είναι πάλι ελεύθερος. Τον Μάιο του 1839, λαμβάνει χώρα μια εξέγερση στην οποία συμμετείχε και η Λίγκα των Ίσων, μια οργάνωση που ιδρύθηκε το 1836 από Γερμανούς Μπαμπουβιστές εργάτες στο Παρίσι, και ήταν ο πρόγονος της Λίγκας των Κομμουνιστών στην οποία αργότερα εντάχθηκε ο Marx. Η επιρροή των ιδεών του Blanqui μαζί με την φυσική του παρουσία στην εξέγερση, αλλά και σε αυτήν της Société des Saisons, τον στέλνουν για άλλη μια φορά στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Στις 14 Ιανουαρίου 1840, καταδικάζεται σε θάνατο, μια ποινή που λίγο αργότερα θα μετατραπεί σε ισόβια δεσμά. Χάρη στη Επανάσταση του 1848 θα απελευθερωθεί μετά από 8 χρόνια εγκλεισμού, αλλά όχι για πολύ. Η ηγετική συμμετοχή του στην εξέγερση της 15ης Μαΐου 1849, όπως και οι βίαιες πρακτικές της ιδρυθείσας από τον ίδιο οργάνωσης Société Républicaine Centrale που τον έφεραν σε αντιπαράθεση με τους νομιμόφρονες Ρεπουμπλικάνους, προκαλούν την σύγκρουση του για άλλη μια φορά με την κυβέρνηση που διοικείται από τον Lamartine, κοστίζοντας του άλλα δέκα χρόνια φυλάκιση σε εξορία. Στις 10 Φεβρουαρίου 1851 κι ενώ βρίσκεται στην φυλακή, γράφει μια επιστολή προς το συμβούλιο των προσφύγων Σοσιαλδημοκρατών στο Λονδίνο, την εισαγωγή και παρουσίαση της οποίας θα γράψει ο Karl Marx, υπό τον τίτλο «Introduction to the Leaflet of L. A. Blanqui 's Toast Sent to the Refugee Committee». Κατά την ίδια περίοδο φυλάκισης του, η απόπειρα του να αποδράσει θα μείνει στην Ιστορία. Καταφέρνει να βγει έξω από το Φρούριο του Belle Isle, αλλά φτάνοντας στην ακτή προδίδεται από έναν ψαρά στις αρχές, οι οποίες αφού τον συλλάβουν τον στέλνουν αρχικά στην Κορσική και αργότερα στην Lambessa της Αλγερίας. Το 1859 αποφυλακίζεται και επιστρέφει στην Γαλλία, ίσα ίσα για να συλληφθεί εκ νέου το 1861 και να σταλεί στην φυλακή με την κατηγορία της ίδρυσης μυστικής οργάνωσης. Το 1865, κι ενώ βρίσκεται έγκλειστος στις φυλακές της Αυτοκρατορίας, αποδρά και συνεχίζει την προπαγάνδα του κατά της Γαλλικής εξουσίας από το εξωτερικό. Με την γενική αμνηστεία του 1869 επιστρέφει στην Γαλλία, όπου απευθείας αναλαμβάνει και πάλι δράση. Στην κηδεία του δολοφονηθέντος δημοσιογράφου Victor Noir ξεσπούν ένοπλα επεισόδια στα οποία φυσικά είναι παρών, όπως επίσης και στις ταραχές της 17ης Αυγούστου όπου μεταξύ άλλων αποπειράθηκε να αποσπάσει όπλα από ένα οχυρό. Τον Σεπτέμβριο ιδρύει την οργάνωση La patrie en danger μαζί με το ομώνυμο έντυπο όργανο της, και στην εξέγερση της 31 Οκτωβρίου που προσωρινά καταλήφθηκε η εξουσία από τους Επαναστάτες, είναι και πάλι ένας από τους πρωτεργάτες. Στις 9 του Μάρτη 1871, καταδικάζεται ερήμην του σε εγκλεισμό στο Clairvaux, στο οποίο οι διώκτες του θα καταφέρουν να τον κλείσουν μόνο όταν ο σφαγέας της Κομμούνας, ο «φιλελεύθερος» Θιέρσος, πληροφορείται πως ο Blanqui κρύβεται στο σπίτι κάποιου φίλου του Φυσικού στο Bretenoux και στις 17 του ίδιου μήνα καταφέρνει να τον συλλάβει πιάνοντας τον στον ύπνο. Λίγες μέρες μετά κι ενώ ο Blanqui βρίσκεται έγκλειστος σε κάποιο κελί, ξεσπά η εξέγερση της Παρισινής Κομμούνας. Οι Κομμουνάροι αναγνωρίζοντας την προσφορά του Blanqui στο εργατικό κίνημα και κυρίως τις ηγετικές του ικανότητες, τον εκλέγουν Πρόεδρο τους. Προτείνουν στον Θιέρσο την ανταλλαγή του αιχμάλωτου Blanqui, με μια σειρά ονομαστών ομήρων μεταξύ των οποίων ήταν και ο Αρχιεπίσκοπος του Παρισιού. Ο Θιέρσος αρνείται, φοβούμενος τις επιπτώσεις από την καθοδήγηση της Κομμούνας από το επαναστατικό δαιμόνιο που ονομάζεται August Blanqui. Η εξέλιξη και το τέλος της Κομμούνας ανήκει στην Ιστορία. Προδομένη από τα λάθη της και την αφελή μεγαλοψυχία της θα πνιγεί στο αίμα από τα τουφέκια και τις ξιφολόγχες της άρχουσας τάξης. Ο οίκτος θα αποτελέσει μια άγνωστη λέξη εκείνες τις ημέρες, ενώ η βαρβαρότητα θα κυριαρχήσει στους δρόμους του Παρισιού. Ο Victor Hugo, αστός και αντίθετος στην Κομμούνα ο ίδιος, θα θυμηθεί με αποστροφή τις «θελκτικές κυρίες» των Βερσαλλιών που, νικήτριες πλέον, διασκέδαζαν ανοίγοντας με την άκρη της ομπρέλας τους σαδιστικά τις πληγές μιας ξαπλωμένης στον δρόμο «πυρπολήτριας», όπως ονομαζόντουσαν οι γυναίκες της Κομμούνας. Ο Blanqui, δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο από το να μένει βουβός και περίλυπος παρατηρητής των τραγικών αυτών γεγονότων, «ενταφιασμένος» σε κάποιο κελί. «…Κι έτσι η Κομμούνα ερείπωσε και ο κόσμος ορφάνεψε» (Ρεμπώ)…
Στα 1872, κι ενώ ο Blanqui βρισκόταν στην φυλακή όλο το προηγούμενο διάστημα, καταδικάζεται μαζί με άλλα μέλη της Κομμούνας σε εξορία, ποινή που λόγω της ήδη σοβαρά κλονισμένης υγείας του θα μετατραπεί σε, άλλη μια, ποινή φυλάκισης. Στις 20 Απριλίου 1879, ο Blanqui εκλέγεται βουλευτής στο διαμέρισμα του Bordeaux, και παρ’ όλο που η ψηφοφορία κρίνεται άκυρη, ο ίδιος επιτέλους αποφυλακίζεται, για να συνεχίσει ακούραστα την προπαγάνδα κατά της αστικής εξουσίας μέχρι το τέλος της ζωής του…
Ο Blanqui, όπως και αρκετοί προκάτοχοι του, ήταν ένας άνθρωπος κυρίως της δράσης, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν άφησε πίσω του ένα αξιοπρόσεκτο όγκο γραπτών, αλλά κυρίως ο βασικός λόγος μνημόνευσης του είναι η πρακτική του δουλειά και η μαχητικότητα του. Στο πλήθος των γραπτών του περιλαμβάνονται ένας μεγάλος αριθμός άρθρων του σε εφημερίδες που είτε ίδρυσε ο ίδιος είτε απλά συμμετείχε σε αυτές, αλλά και αρκετά ολοκληρωμένα έργα, τα οποία αποτέλεσαν την θεωρητική βάση του ρεύματος που ονομάστηκε Μπλανκισμός, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο ίδιος ο Blanqui είχε κάποια άμεση σχέση με τις οργανώσεις που αυτοπροσδιορίζονταν ως Μπλανκιστικές. Ο Friedrich Engels στα 1874, κάνοντας κριτική στο Πρόγραμμα των Μπλανκιστών προσφύγων της Κομμούνας στο Λονδίνο, οι οποίοι μόλις είχαν αποχωρίσει από την Α’ Διεθνή και είχαν δημιουργήσει την δική τους οργάνωση, αναφέρει πως είναι ζήτημα αν δυο τρεις από αυτούς είχαν ποτέ καταφέρει να μιλήσουν με τον ίδιο τον Επαναστάτη, παρ’ όλο που ο ίδιος ήταν ακόμα εν ζωή και ενεργός στην δράση του - όταν δεν βρισκόταν κλεισμένος σε κάποια φυλακή… Οι ίδιοι λοιπόν αυτοχαρακτηρίζονταν έτσι διότι δήλωναν πιστοί στις παραδόσεις και στις ιδέες του Blanqui. Ιδέες, οι οποίες εντούτοις στερούνταν της οποιασδήποτε επιστημονικής βάσης, κι αναπόφευκτα ύστερα από μερικές δεκαετίες με την ολοκληρωτική επικράτηση του Μαρξισμού στο Κομμουνιστικό κίνημα, αποτέλεσαν «νεκρό δόγμα» που σήμερα έχει εκλείψει οριστικά και δεν αποτελεί σημείο αναφοράς για καμιά οργάνωση παγκοσμίως.
Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, πως το σπουδαιότερο και πιο αξιοπρόσεκτο πνευματικό προϊόν του Blanqui ήταν το Eternite par les astres, το βιβλίο που συνέγραψε λίγο μετά την πτώση της Κομμούνας ενόσω ήταν έγκλειστος στο φρούριο του Τορό. Ξεκινώντας από τον Laplace, ξεδιπλώνει το πλούσιο μορφωτικό του επίπεδο διατηρώντας αυστηρή επιστημονική ακρίβεια για να «πατήσει» κατόπιν πάνω στην θεωρία της απειρίας του σύμπαντος και του χωροχρόνου, και να αναπτύξει την δική του υπόθεση, των παράλληλων κόσμων και ιστοριών, όπου η κάθε μια είναι όμοια με τον εαυτό της αλλά ξεχωρίζει στις διάφορες εκφάνσεις της και εκβάσεις της. Έτσι λοιπόν ο August Blanqui φτάνοντας σε υψηλά επίπεδα λογοτεχνικού ύφους παρουσιάζει την δική του εκδοχή για τον κόσμο, η οποία μας ωθεί να οραματιστούμε πως σε ένα άλλο, παράλληλο σύμπαν, τα ιδανικά του θα είχαν γίνει πια πραγματικότητα και οι αγαπημένοι του Κομμουνάροι, αντί για σφαγιασμένα πτώματα που σωριάζονται σε κάποιο τάφο, θα ήταν ολοζώντανοι και περήφανοι, νικητές και αφέντες της μοίρας τους…
Αρκετό ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης και η σύλληψη του Blanqui σχετικά με την ιδανική οργάνωση και τους συνωμοτικούς κανόνες που πρέπει να ακολουθούν οι επαναστάτες, όπως εφαρμόστηκε στην Société des Saisons, δηλαδή στην Οργάνωση των Εποχών. Με βάση αυτό το οργανωτικό σχέδιο υπήρχαν, για λόγους ασφαλείας, κάποιες ιεραρχήσεις στο εσωτερικό της οργάνωσης. Κάθε άνδρας αντιπροσώπευε μια Ημέρα. Επτά άνδρες αποτελούσαν μια Εβδομάδα, εκ των οποίων οι έξι ακολουθούσαν τις εντολές του εβδόμου ανδρός, που ονομαζόταν Κυριακή. Τέσσερις εβδομάδες αποτελούσαν ένα Μήνα, οι αρχηγοί των οποίων ονομάζονταν Ιούλιος και Δεκέμβριος. Τρεις Μήνες ονομάζονταν Εποχές, με αντίστοιχους αρχηγούς την Άνοιξη, τον Χειμώνα, το Καλοκαίρι, και το Φθινόπωρο και τέλος αυτοί με την σειρά τους αναφερόντουσαν μόνο στα τρία Έτη, την ανώτερη βαθμίδα της οργάνωσης την οποία αποτελούσαν οι τρεις ηγέτες, Armand Barbès, August Blanqui και Martin Bernard. Μια θεωρία, αρκετά εντυπωσιακή στην σύλληψη της μεν, παντελώς άχρηστη πλέον δε, από την στιγμή που η Ιστορία έθεσε την αναγκαιότητα στο Κομμουνιστικό κίνημα να αναπτυχθεί μέσα από μαζικά Κόμματα και όχι μέσα από μικρούς συνωμοτικούς πυρήνες.
Η ζωή του August Blanqui αποτελεί σίγουρα πολύτιμο υλικό για τους μελετητές της πολιτικής και της Ιστορίας, και γιατί όχι, και γι’ αυτούς της Ψυχολογίας, για την παρατήρηση και την καταγραφή των χαρακτηριστικών του ακραίου ψυχολογικού τύπου αυτού του Επαναστάτη, δηλαδή του ανθρώπου που αποφασίζει να αφιερωθεί ολόψυχα στον σκοπό της Επανάστασης διαγράφοντας οποιαδήποτε άλλη συμβατική κοινωνική δραστηριότητα στην ζωή του. Ο Blanqui είναι μια περίπτωση Επαναστάτη που δεν συναντάται εύκολα. Όχι μόνο η αυτοθυσία του, αλλά και η φανατική προσήλωση του στον συνωμοτισμό και στην μυστικότητα, σε σημείο να παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά της εμμονής, τραβούν αμέσως την προσοχή και στον πλέον αδιάφορο αναγνώστη ή ερευνητή. Ο ίδιος συνήθιζε να περηφανεύεται γι’ αυτή την «περίεργη» προσήλωση του στην Συνωμοσία. «Είμαι Συνωμότης από την φύση μου», έλεγε. «Σαν βρέφος συνωμότησα ενάντια στην βρεφοκόμο μου, και θα συνωμοτώ ενάντια στον Θεό ή στον Διάβολο μετά θάνατον, ανάλογα με την τοποθεσία της μελλοντικής μου κατοικίας.» Πραγματικά ο Blanqui σε όλη την διάρκεια της ζωής του αρνήθηκε να επεξεργαστεί οποιαδήποτε άλλη μορφή πάλης πέρα από αυτή των στενών επαναστατικών πυρήνων και των αυστηρών συνωμοτικών κανόνων. Αν ο Blanqui είχε ακολουθήσει την μοίρα της πλειοψηφίας των Επαναστατών, που πέθαναν νέοι μετά από μια ταραχώδη ζωή, ίσως να ήταν απόλυτα σύμφωνος με το πνεύμα και τις ανάγκες της Εποχής του, εφόσον η δράση του ξεκινά πολύ πριν καν ο Marx ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική. Όμως, επιβιώνοντας μέσα από τραγικές συνθήκες και περιπέτειες ο Γάλλος έζησε μέχρι το 1881, μια περίοδο όπου το κομμουνιστικό κίνημα είχε ήδη αντιληφθεί στην πράξη τα αδιέξοδα της συνωμοτικής πρακτικής και είχε δείξει τον δρόμο της μαζικότητας. Ο Blanqui δεν φαίνεται να το κατανόησε ποτέ αυτό. Προωθούσε έναν σοσιαλισμό χωρίς ουσιαστικό θεωρητικό υπόβαθρο και επέμενε πεισματικά σε μια μέθοδο πάλης η οποία είχε οριστικά εγκαταλειφθεί από την Ιστορία. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως αν ο έτερος μεγάλος Γάλλος, ο Μπαμπέφ, (βλ. Ο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ) ήταν ένας Επαναστάτης μπροστά από την εποχή του, αντιθέτως τότε ο Blanqui είχε μείνει πολύ πίσω από αυτήν. Δύο προσωπικότητες όμοιες ως προς τον ηρωισμό τους και ως προς την ασυμφωνία με την εποχή τους. Σχολιάζει σχετικά ο Engels για τον Αύγουστο Blanqui: «Ο Blanqui είναι πραγματικά ένας πολιτικός επαναστάτης. Είναι σοσιαλιστής μόνο μέσα από το συναίσθημα, μέσα από την συμπόνια του για τα βάσανα του κόσμου, αλλά δεν έχει ούτε σοσιαλιστική θεωρία, ούτε ξεκάθαρες πρακτικές προτάσεις για τις κοινωνικές ασθένειες. Στην πολιτική του δραστηριότητα ήταν κυρίως “άνθρωπος της δράσης”, πιστεύοντας πως μια μικρή και καλά οργανωμένη μειοψηφία που θα επιχειρούσε ένα ισχυρό πολιτικό χτύπημα την κατάλληλη στιγμή θα μπορούσε να συμπαρασύρει τον κόσμο μαζί τους με μερικές αρχικές επιτυχίες και συνεπώς να κάνει μια νικηφόρα επανάσταση (…) Μέσα από την αντίληψη του Blanqui, πως κάθε επανάσταση μπορεί να γίνει μέσα από την εξέγερση μιας μικρής επαναστατικής μειοψηφίας, προκύπτει από μόνη της η αναγκαιότητα μιας δικτατορίας μετά από την επιτυχία του εγχειρήματος. Αυτή είναι σαφώς, όχι μια δικτατορία ολόκληρης της επαναστατικής τάξης, του προλεταριάτου, αλλά της μικρής μειοψηφίας που έκανε την επανάσταση, και οι οποίοι έχουν από τα πριν οργανωθεί κάτω από την δικτατορία ενός ή μερικών ατόμων. Βλέπουμε, επομένως, πως ο Blanqui είναι ένας επαναστάτης της προηγούμενης γενιάς.»
Και όντως έτσι είναι. Η οποιαδήποτε κριτική πάνω στα ατομικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Blanqui θα ήταν ατελής, αν δεν προσπαθούσε να την εντάξει μέσα σε ένα ευρύτερο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο. Ουσιαστικά ο Blanqui και η δράση του ήταν απότοκα μιας μακράς παράδοσης μυστικότητας και συνωμοτισμού που έλκουν την καταγωγή τους από τα χρόνια ακόμα του Μεσαίωνα. Οι καταπιεζόμενες τάξεις στην προσπάθεια τους να προασπίσουν και να προωθήσουν τα δικαιώματα και τα συμφέροντα τους -επαγγελματικά αρχικά, κοινωνικά και πολιτικά στην συνέχεια- δεν είχαν άλλη επιλογή από την δημιουργία οργανώσεων που η σύνδεση μεταξύ των μελών τους γινόταν κάτω από απαραβίαστους όρκους σιωπής και μυστικοπάθειας. Από τις συντεχνίες των μαστόρων στις Μεσαιωνικές πόλεις που ως σκοπό είχαν την προστασία των μυστικών της τεχνικής τους, μέχρι και τις αντίστοιχες γκίλντες των εμπόρων, ο κλειστός χαρακτήρας αυτών των οργανώσεων ήταν, αναπόφευκτα, θεσμός. Ο Τεκτονισμός, που τόσο έχει ντυθεί με μυστικιστικό και αποκρυφιστικό μανδύα στους αιώνες που ακολούθησαν εξαιτίας του μυστηρίου που απέπνεε η άγνωστη στον κόσμο φύση τους, είναι προϊόν ακριβώς αυτού του συντεχνιακού τρόπου οργάνωσης, που αποτέλεσε την βάση για την δημιουργία οργανώσεων όπως η Φιλική Εταιρεία και οι Καρμπονάροι, «δανείζοντας» τους μάλιστα την τεκτονική δομή τους πάνω στην οποία ήταν θεμελιωμένες. Η όξυνση της ταξικής πάλης ανάμεσα στην ανερχόμενη αστική τάξη και στην παρακμάζουσα φεουδαρχία, και η δυναμική εξέλιξη της πολιτικής στην ανθρώπινη Ιστορία, οδηγούν σταδιακά στην δημιουργία οργανώσεων με ξεκάθαρα επαναστατικό πολιτικό περιεχόμενο. Κατά τον Μεσαίωνα, ο κλειστός χαρακτήρας των οργανώσεων αυτών δεν ήταν επιλογή, αλλά αναγκαιότητα. Στα θεοκρατικά, φεουδαρχικά καθεστώτα της Σκοτεινής Εποχής, έννοιες όπως πολιτικές ελευθερίες και δικαιώματα ήταν παντελώς άγνωστες. Επίσης, οι αντικειμενικές συνθήκες της κοινωνίας και κατ’ επέκταση και τα θεωρητικά εργαλεία που είχαν στην διάθεση τους οι Επαναστάτες, δεν επέτρεπαν οποιαδήποτε άλλη μορφή οργάνωσης και αντίληψης για τα μέσα της ταξικής πάλης. Η δομή τέτοιων οργανώσεων ήταν ταξικά ετερογενής. Από χρηματιστές, μικρομεσαίους ιδιοκτήτες και εμπόρους, μέχρι ακτήμονες, εργάτες γης και μανουφακτούρας, κάτω φυσικά από την καθοδήγηση των πιο πρωτοπόρων ριζοσπαστών της αστικής τάξης. Καταγράφεται μια πληθώρα τέτοιων οργανώσεων κατά την διάρκεια του Μεσαίωνα, μέχρι και την δημιουργία του πρώτου, με την σύγχρονη έννοια, δημοκρατικού πολιτικού Κόμματος στην Ιστορία, του Κόμματος των Ισοπεδωτών (1640-1649), του John Lilborne. Οι Ισοπεδωτές, οι οποίοι είχαν ως σημείο συνάντησης την Whalebone Tavern, είχαν δικό τους έντυπο όργανο, είχαν πυρήνες σε πολλές πόλεις της Αγγλίας, είχαν «διασπείρει» μυστικά αγκιτάτορες μέσα στον στρατό του Κρόμγουελ -τους επονομαζόμενους πράκτορες- είχαν επεξεργαστεί θεωρητικά με εντυπωσιακό για την εποχή τρόπο κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα δημιουργώντας μια πρωτοποριακή πλατφόρμα ιδεών και στόχων, και φυσικά, ως αντανάκλαση της ταξικής ετερογένειας στο εσωτερικό τους, εμπεριείχαν στους κόλπους τους και φράξιες με πρώιμο κομμουνιστικό προσανατολισμό, τους «αληθινούς Ισοπεδωτές» (Winstanley, Everard). Στην πορεία εξέλιξης της ταξικής πάλης, και σαν αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης που σήμαινε ταυτόχρονα και την εντατικοποίηση στην δημιουργία και στον σχηματισμό της εργατικής τάξης, η ταξική διαφοροποίηση στο εσωτερικό αυτών των κομμάτων οδήγησε σταδιακά στην δημιουργία ξεχωριστών κομμάτων κι οργανώσεων, αυτή την φορά με αντικρουόμενα συμφέροντα. Θα χρειαζόντουσαν ημέρες ολόκληρες για να αναφέρει κάποιος απλώς ονομαστικά το πλήθος των μυστικών ομάδων που δημιουργήθηκαν στην ίδια περίοδο μέχρι και στον 19ο αιώνα. Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο θα ήταν αναγκαίο να γραφτεί για τις οργανώσεις συνωμοτικού χαρακτήρα που εμφανίστηκαν μόνο στην Γαλλία λίγο πριν και μερικές δεκαετίες μετά την Γαλλική Επανάσταση, όταν το φαινόμενο έφτασε στην κορύφωση του. Ο Ούλριχ Χούαρ, παίρνοντας έναυσμα από την κατάσταση στην Γαλλία, μας δίνει μια εξήγηση γιατί οργανώσεις αυτού του χαρακτήρα, αναγκάζονταν να λειτουργούν κάτω από το πέπλο της μυστικότητας και των συνωμοτικών κανόνων: «Ο εδαφικός και τοπικός κατακερματισμός της χώρας, οι αυστηροί κανόνες για τους εργάτες της μανουφακτούρας, οι μισθοί πείνας και ο αναλφαβητισμός εμπόδιζαν τη δημιουργία μόνιμων οργανώσεων. Επίσης, έλειπαν ακόμα οι υλικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο: η σύγχρονη μηχανική μεγάλη παραγωγή, η συγκέντρωση βιομηχανικών εργατών σε εργοστάσια και πόλεις. Δεν υπήρχε ακόμη οργανωμένη δύναμη ενάντια στο βασιλικό μηχανισμό εξουσίας, ο οποίος κατάστελλε βάναυσα όλες τις δραστηριότητες των προλεταρίων ενάντια στους αστούς εκμεταλλευτές τους, προς το συμφέρον των ιδιοκτητών. Οι οργανωτές απεργιών απειλούνταν με τη θανατική ποινή ή τα κάτεργα. Ένα Διάταγμα του 1781 απαγόρευε στους εργάτες να συνεννοούνται μεταξύ τους. Σε αυτό δεν είχε αλλάξει τίποτα ακόμα το ξέσπασμα της Επανάστασης με την έφοδο στη Βαστίλη στις 14 Ιουλίου 1789. Με τον περιβόητο «Νόμο Λε Σαπελιέ» (Le Chapelier) -πήρε το όνομα εκείνου που τον υπέβαλε- που αποφασίστηκε στις 14 Ιουνίου 1791 από τη Νομοθετική Συνέλευση, η απεργία έγινε πλέον ποινικό αδίκημα. Τα συνδικάτα θεωρούνταν παράνομα. Ο νόμος κατά της απεργίας ίσχυε μέχρι το 1864, η απαγόρευση των συνδικάτων μέχρι το 1884 στη Γαλλία. Η αντιαπεργιακή αυτή νομοθεσία ήταν ένας από τους λόγους που οι κομμουνιστικές οργανώσεις δεν μπορούσαν παρά να σχηματίζονται σε μυστικές κοινότητες, μέχρι μετά από τα μέσα του 19ου αιώνα, μέχρι τον κύκλο των ευρωπαϊκών επαναστάσεων του 1848-1850. Όμως, αυτή η αστική ταξική δικαιοσύνη δεν μπόρεσε να εμποδίσει την εμφάνιση και ανάπτυξη αυτών των οργανώσεων σαν πολιτική αντανάκλαση του ταξικού ανταγωνισμού ανάμεσα στην αστική τάξη που κατακτούσε την εξουσία στην περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης και του προ-προλεταριάτου που εξελισσόταν σε σύγχρονο βιομηχανικό προλεταριάτο.» Έτσι λοιπόν, κάτω από αυτές τις πολύπλοκες διαδικασίες που διήρκησαν αιώνες σχηματίστηκε μια δυναμική και πλούσια παράδοση της οποίας κληρονόμος ήταν ο August Blanqui. Πιστός στο πνεύμα της συνωμοσίας από την αρχή ως το τέλος της δράσης του μετέφερε ως τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα τον άνεμο της επανάστασης, όπως όμως τον είχε δεχτεί μέσα από τις συνωμοτικές διεργασίες των περασμένων αιώνων. Από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα όμως και μετά, ήταν κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο πως μόνο μέσα από την μαζικότητα η εργατική τάξη θα μπορούσε να διεκδικήσει τα δίκια της. Η Παρισινή Κομμούνα, ήταν από μόνη της μια τρανή απόδειξη πάνω σε αυτό. Ο Blanqui δεν κατάφερε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Στο τέλος της ζωής του, ήταν πλέον εμφανές και μέσα στους εργατικούς κύκλους που κάποτε τον είχαν λατρέψει και ακολουθήσει τυφλά, πως οι ιδέες του δεν είχαν πλέον πέραση.
Τελικά πως θα μπορούσε να τοποθετήσει κάποιος τον Blanqui μέσα στην αλυσίδα της Ιστορίας των επαναστατικών κινημάτων; Ήταν μια σημαντική και ωφέλιμη προσωπικότητα ή απλά ένας ουτοπικός οραματιστής αγκυλωμένος σε ξεπερασμένες μεθόδους άλλων εποχών; Σίγουρα ισχύουν και τα δύο. Ακόμα και αν ο Blanqui δεν κατάφερε ποτέ να προσαρμοστεί στις νέες πραγματικότητες που αφορούσαν το εργατικό κίνημα, η δράση του χάρισε πολύτιμες εμπειρίες στους μεταγενέστερους, αλλά και στους σύγχρονους του επαναστάτες, ακόμα και μέσα από τις αποτυχίες του. Αξίζει, και μόνο για τον ηρωισμό του και την άρνηση κάθε χαράς και ευτυχίας για χάρη της Επανάστασης, να μνημονεύεται, ο αμετανόητος Συνωμότης, ως ένας από τους μεγαλύτερους Επαναστάτες που έζησαν ποτέ…
Ευχαριστώ τον αδελφό μου Δημήτρη που αφιέρωσε λίγο από τον χρόνο του για να μου φέρει τις φωτογραφίες από τον τάφο του Blanqui στο Père Lachaise.
Ευχαριστώ τον αδελφό μου Δημήτρη που αφιέρωσε λίγο από τον χρόνο του για να μου φέρει τις φωτογραφίες από τον τάφο του Blanqui στο Père Lachaise.

