"Εμείς οι Μαρξιστές ζούμε με παραδόσεις και δεν παύουμε με αυτό να είμαστε επαναστάτες... Για μας, αντίθετα, η επανάσταση ενσάρκωνε την αφομοιωμένη παράδοση. Παρατώντας ένα κόσμο που είχαμε θεωρητικά απορρίψει και υποσκάψει πρακτικά, διεισδύσαμε σ' ένα κόσμο που μας ήταν κιόλας οικείος διαμέσου της παράδοσης και της φαντασίας. Σ' αυτό αντιτάσσεται ο ψυχολογικός τύπος του κομμουνιστή, επαναστάτη πολιτικού, σε κείνον του φουτουριστή, επαναστάτη ανακαινιστή στη μορφή..."

Leon Trotsky

Τετάρτη, 3 Σεπτέμβριος 2008

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟ ΣΥΝΩΜΟΤΗ, ΤΟΝ «ΑΙΩΝΙΟ» ΕΓΚΛΕΙΣΤΟ…

Ο δημοσιογράφος καταγράφει με ενδιαφέρον τις σκηνές που εκτυλίσσονται στους δρόμους της Γαλλικής πρωτεύουσας. 10.000 κόσμου έχουν συγκεντρωθεί για την πένθιμη τελετή, κυρίως εργάτριες κι εργάτες, γεμίζοντας και τις 2 πλευρές του δρόμου προς το νεκροταφείο του Père Lachaise, στον τοίχο του οποίου εκτελέστηκαν εν ψυχρώ 30.000 άνθρωποι στην σφαγή που ακολούθησε την πτώση της Κομμούνας. Oι δυνάμεις της αστυνομίας και της Παρισινής Φρουράς έχουν διπλασιαστεί και στέκουν με το όπλο παρά πόδα, για το φόβο της εξέγερσης. Προφανώς οι αρχές φοβήθηκαν πως ο «Συνωμότης», θα ήταν ικανός να υποκινήσει ταραχές, ακόμα και στον θάνατο του…
Το μόνο επεισόδιο που καταγράφεται, λαμβάνει χώρα πάνω από το φέρετρο. Ο γιος του εκλιπόντος, ευυπόληπτος πολίτης που ποτέ δεν συμφώνησε με τις ιδέες του πατέρα του, καταθέτει στεφάνι στα χρώματα της tricolore. Η θεία του, Mme Antoine, αδερφή του νεκρού και αφοσιωμένη σε αυτόν σε όλη της την ζωή, του επιτίθεται μανιασμένα λέγοντας πως προσβάλει την μνήμη του πατέρα του, ξεσκίζοντας και πατώντας στο έδαφος τα τρίχρωμα λουλούδια ως «έμβλημα της τυραννίας».
Η Pompe Funèbres, η εταιρία που έχει το μονοπώλιο των κηδειών, αρνήθηκε να βάλει μερικές κόκκινες «πινελιές» στο φέρετρο, ωστόσο το κόκκινο χρώμα δεν λείπει από την συγκέντρωση. Βρίσκεται παντού, στα λάβαρα των εργατών, σε κονκάρδες, μαντίλια, στα στεφάνια που έχουν στείλει οργανώσεις από όλη την Γαλλία, αλλά και στο κόκκινο ύφασμα με το οποίο έχουν τυλίξει το άψυχο σώμα.
Ο Αμερικάνος δημοσιογράφος που περιγράφει τις σκηνές, στέκεται με επικριτική και απαξιωτική διάθεση προς την τελετή αλλά και προς τον ίδιο τον νεκρό. Πως θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Είναι ο ανταποκριτής της αστικής εφημερίδας New York Times στο Παρίσι, ενώ ο εκλιπών υπήρξε ένας ορκισμένος εχθρός από την «άλλη» πλευρά, αμετανόητος επαναστάτης της εργατικής τάξης. Η ημερομηνία δημοσίευσης του άρθρου είναι η 22 Ιανουαρίου 1881, και τα γεγονότα εκτυλίσσονται 17 μέρες πριν, την Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 1881. Την ημέρα που κηδεύτηκε ο Louis August Blanqui.
Τον επικήδειο εκφώνησε η Louisa Michel, η ξακουστή «αμαζόνα» της Κομμούνας του 1871, που στο δικαστήριο ορκιζόταν στο όνομα του Blanqui και προκαλούσε κατά πρόσωπο τους δικαστές της: «Εάν δεν είστε δειλοί, σκοτώστε με!» Άλλα «ονόματα» της εποχής, όπως ο «ξεπουλημένος» Κομμουνάρος και μετέπειτα πρωθυπουργός Clémenceau, αλλά κι ο πρώην ευγενής Rochefort, «έλαμψαν» διά της απουσίας τους.
Ποιος ήταν όμως ο Blanqui; Οι θεωρητικοί του Μαρξισμού τον αναφέρουν ως μια σπουδαία μορφή του επαναστατικού Κομμουνισμού, πριν επικρατήσουν σχεδόν ολοκληρωτικά οι ιδέες του Karl Marx στο εργατικό κίνημα. Από την άλλη, αποτέλεσε σημείο αναφοράς ακόμα και για την εφημερίδα του φασιστικού Κόμματος «Il Popolo d’Italia» που χρησιμοποιούσε την ρήση του στην πρώτη σελίδα: «Όποιος έχει σιδερικό, έχει και ψωμί». Κατηγορήθηκε από τον σύντροφο του Barbès ως πληροφοριοδότης στα 1848, και ως «τίποτα άλλο από ένας νεκροθάφτης των εξεγέρσεων κατόπιν συμφωνίας» από τον Benjamin Raspail στα 1870. Ωστόσο, αυτός παρέμεινε ακλόνητος στα πιστεύω και στην δράση του μέχρι τα βαθιά γεράματα, και πέρασε τα 36 από τα 75 χρόνια της ζωής του στην φυλακή, ενώ καταδικάστηκε σε θάνατο από όλα τα καθεστώτα και κυβερνήσεις της Γαλλίας που εγκαθιδρύθηκαν μέσα σε αυτές τις 7,5 δεκαετίες, μοναρχικές και δημοκρατικές. Πράγμα οξύμωρο για κάποιον που υποτίθεται πως έχει συνεργαστεί με τους «δεσμοφύλακες του», γι’ αυτό και η κατηγορία στην συνέχεια χρησιμοποιήθηκε ελάχιστα, κυρίως από τους ταξικούς του εχθρούς για την απαξίωση του, παρά μέσα από τους ίδιους τους επαναστατικούς κύκλους και την πλατιά εργατική μάζα που του έτρεφαν βαθύ σεβασμό. Για την προσωπικότητα του υπάρχουν ουκ ολίγες αναφορές μέσα στην κομμουνιστική φιλολογία που τον ξεχωρίζουν για τον επαναστατικό του οίστρο και την αφοσίωση του, αλλά ταυτόχρονα ο χαρακτηρισμός του «Μπλανκιστή» αποτέλεσε μια πρώτης τάξεως κατηγορία ως ένδειξη θεωρητικών και οργανωτικών λαθών και παρεκκλίσεων μέσα στους κομμουνιστικούς κύκλους…
Η ζωή αυτού του αμφιλεγόμενου ανδρός ξεκινά στα 1805 στο Puget-Théniers, ως γιος ενός αξιωματούχου που εγκατέλειψε τις ριζοσπαστικές ιδέες της νιότης του για μια θέση στον κρατικό μηχανισμό του Ναπολέοντα. Από την υπόλοιπη οικογένεια ξεχωρίζει ένας αδερφός του, που δεν ασχολήθηκε ποτέ με την πολιτική αλλά αφιερώθηκε στην συγγραφή λογοτεχνικών έργων έχοντας στο ενεργητικό του και μια εργασία πολιτικής οικονομίας, και η πάντα πιστή σε αυτόν, Αntoinne. Παρ’ όλο που η κοινωνική του θέση του επιτρέπει να σπουδάσει νομικά και ιατρική, γρήγορα ο νεαρός August νοιώθει την ακαταμάχητη έλξη της πολιτικής, και μάλιστα στην πιο ακραία και ριζοσπαστική εκδοχή της.
Αρχικά εντάσσεται στην οργάνωση των Καρμπονάρων -μέλος της οποίας υπήρξε και ο Ναπολέοντας- που στην ιστορική της παράδοση έχει να επιδείξει τους αγώνες της για μια ενοποιημένη, δημοκρατική Ιταλία, διαδίδοντας την φλόγα της και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αποχωρεί το 1824, ενώ έχει ήδη συμμετάσχει σχεδόν σε όλες τις συνωμοσίες της περιόδου για την ανατροπή του καθεστώτος. Το 1827 επί Καρόλου του 10ου , λαμβάνοντας μέρος σε μια οδομαχία τραυματίζεται σοβαρά, στον δρόμο του Saint-Denis. Δύο χρόνια μετά, στα 1829, εντάσσεται στο δυναμικό της εφημερίδας Le Globe, του Pierre Leroux, η οποία αποτελούσε το επίσημο όργανο της κοινότητας των οπαδών του Saint-Simon. Tον επόμενο χρόνο, στα 1830, συμμετέχει στην εξέγερση του Ιουλίου, και μετά από αυτήν εντάσσεται στην οργάνωση των Φίλων του Λαού (Amis du Peuple) εξέχοντα μέλη της οποίας ήταν ο Armand Barbès και ο Philippo Buonarotti, ο γνωστός σύντροφος του Γράκχου Μπαμπέφ από την Συνωμοσία των Ίσων. Στα 1831 έρχεται η πρώτη καταδίκη του. Δικάζεται για την παρουσία του στις ταραχές της 12ης Ιανουαρίου, αλλά τελικά καταδικάζεται με ποινή φυλάκισης ενός έτους για προσβολή του δικαστηρίου, και έτσι είναι σύντομα ξανά ελεύθερος. Στην επέτειο της πρώτης καταδίκης του, το 1832, έρχεται η δεύτερη καταδίκη του, για συνωμοσία και στάση, με την ποινή του να είναι πάλι διάρκειας ενός έτους. Τον Αύγουστο του 1836 καταδικάζεται με ποινή φυλάκισης 2 ετών μαζί με τον Barbès και τον Lamieussons για την ίδρυση της παράνομης οργάνωσης Société des Familles και για την παρασκευή πυρίτιδας. Με το διάταγμα της 7ης Μαΐου 1837 αμνηστεύεται και είναι πάλι ελεύθερος. Τον Μάιο του 1839, λαμβάνει χώρα μια εξέγερση στην οποία συμμετείχε και η Λίγκα των Ίσων, μια οργάνωση που ιδρύθηκε το 1836 από Γερμανούς Μπαμπουβιστές εργάτες στο Παρίσι, και ήταν ο πρόγονος της Λίγκας των Κομμουνιστών στην οποία αργότερα εντάχθηκε ο Marx. Η επιρροή των ιδεών του Blanqui μαζί με την φυσική του παρουσία στην εξέγερση, αλλά και σε αυτήν της Société des Saisons, τον στέλνουν για άλλη μια φορά στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Στις 14 Ιανουαρίου 1840, καταδικάζεται σε θάνατο, μια ποινή που λίγο αργότερα θα μετατραπεί σε ισόβια δεσμά. Χάρη στη Επανάσταση του 1848 θα απελευθερωθεί μετά από 8 χρόνια εγκλεισμού, αλλά όχι για πολύ. Η ηγετική συμμετοχή του στην εξέγερση της 15ης Μαΐου 1849, όπως και οι βίαιες πρακτικές της ιδρυθείσας από τον ίδιο οργάνωσης Société Républicaine Centrale που τον έφεραν σε αντιπαράθεση με τους νομιμόφρονες Ρεπουμπλικάνους, προκαλούν την σύγκρουση του για άλλη μια φορά με την κυβέρνηση που διοικείται από τον Lamartine, κοστίζοντας του άλλα δέκα χρόνια φυλάκιση σε εξορία. Στις 10 Φεβρουαρίου 1851 κι ενώ βρίσκεται στην φυλακή, γράφει μια επιστολή προς το συμβούλιο των προσφύγων Σοσιαλδημοκρατών στο Λονδίνο, την εισαγωγή και παρουσίαση της οποίας θα γράψει ο Karl Marx, υπό τον τίτλο «Introduction to the Leaflet of L. A. Blanqui 's Toast Sent to the Refugee Committee». Κατά την ίδια περίοδο φυλάκισης του, η απόπειρα του να αποδράσει θα μείνει στην Ιστορία. Καταφέρνει να βγει έξω από το Φρούριο του Belle Isle, αλλά φτάνοντας στην ακτή προδίδεται από έναν ψαρά στις αρχές, οι οποίες αφού τον συλλάβουν τον στέλνουν αρχικά στην Κορσική και αργότερα στην Lambessa της Αλγερίας. Το 1859 αποφυλακίζεται και επιστρέφει στην Γαλλία, ίσα ίσα για να συλληφθεί εκ νέου το 1861 και να σταλεί στην φυλακή με την κατηγορία της ίδρυσης μυστικής οργάνωσης. Το 1865, κι ενώ βρίσκεται έγκλειστος στις φυλακές της Αυτοκρατορίας, αποδρά και συνεχίζει την προπαγάνδα του κατά της Γαλλικής εξουσίας από το εξωτερικό. Με την γενική αμνηστεία του 1869 επιστρέφει στην Γαλλία, όπου απευθείας αναλαμβάνει και πάλι δράση. Στην κηδεία του δολοφονηθέντος δημοσιογράφου Victor Noir ξεσπούν ένοπλα επεισόδια στα οποία φυσικά είναι παρών, όπως επίσης και στις ταραχές της 17ης Αυγούστου όπου μεταξύ άλλων αποπειράθηκε να αποσπάσει όπλα από ένα οχυρό. Τον Σεπτέμβριο ιδρύει την οργάνωση La patrie en danger μαζί με το ομώνυμο έντυπο όργανο της, και στην εξέγερση της 31 Οκτωβρίου που προσωρινά καταλήφθηκε η εξουσία από τους Επαναστάτες, είναι και πάλι ένας από τους πρωτεργάτες. Στις 9 του Μάρτη 1871, καταδικάζεται ερήμην του σε εγκλεισμό στο Clairvaux, στο οποίο οι διώκτες του θα καταφέρουν να τον κλείσουν μόνο όταν ο σφαγέας της Κομμούνας, ο «φιλελεύθερος» Θιέρσος, πληροφορείται πως ο Blanqui κρύβεται στο σπίτι κάποιου φίλου του Φυσικού στο Bretenoux και στις 17 του ίδιου μήνα καταφέρνει να τον συλλάβει πιάνοντας τον στον ύπνο. Λίγες μέρες μετά κι ενώ ο Blanqui βρίσκεται έγκλειστος σε κάποιο κελί, ξεσπά η εξέγερση της Παρισινής Κομμούνας. Οι Κομμουνάροι αναγνωρίζοντας την προσφορά του Blanqui στο εργατικό κίνημα και κυρίως τις ηγετικές του ικανότητες, τον εκλέγουν Πρόεδρο τους. Προτείνουν στον Θιέρσο την ανταλλαγή του αιχμάλωτου Blanqui, με μια σειρά ονομαστών ομήρων μεταξύ των οποίων ήταν και ο Αρχιεπίσκοπος του Παρισιού. Ο Θιέρσος αρνείται, φοβούμενος τις επιπτώσεις από την καθοδήγηση της Κομμούνας από το επαναστατικό δαιμόνιο που ονομάζεται August Blanqui. Η εξέλιξη και το τέλος της Κομμούνας ανήκει στην Ιστορία. Προδομένη από τα λάθη της και την αφελή μεγαλοψυχία της θα πνιγεί στο αίμα από τα τουφέκια και τις ξιφολόγχες της άρχουσας τάξης. Ο οίκτος θα αποτελέσει μια άγνωστη λέξη εκείνες τις ημέρες, ενώ η βαρβαρότητα θα κυριαρχήσει στους δρόμους του Παρισιού. Ο Victor Hugo, αστός και αντίθετος στην Κομμούνα ο ίδιος, θα θυμηθεί με αποστροφή τις «θελκτικές κυρίες» των Βερσαλλιών που, νικήτριες πλέον, διασκέδαζαν ανοίγοντας με την άκρη της ομπρέλας τους σαδιστικά τις πληγές μιας ξαπλωμένης στον δρόμο «πυρπολήτριας», όπως ονομαζόντουσαν οι γυναίκες της Κομμούνας. Ο Blanqui, δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο από το να μένει βουβός και περίλυπος παρατηρητής των τραγικών αυτών γεγονότων, «ενταφιασμένος» σε κάποιο κελί. «…Κι έτσι η Κομμούνα ερείπωσε και ο κόσμος ορφάνεψε» (Ρεμπώ)…
Στα 1872, κι ενώ ο Blanqui βρισκόταν στην φυλακή όλο το προηγούμενο διάστημα, καταδικάζεται μαζί με άλλα μέλη της Κομμούνας σε εξορία, ποινή που λόγω της ήδη σοβαρά κλονισμένης υγείας του θα μετατραπεί σε, άλλη μια, ποινή φυλάκισης. Στις 20 Απριλίου 1879, ο Blanqui εκλέγεται βουλευτής στο διαμέρισμα του Bordeaux, και παρ’ όλο που η ψηφοφορία κρίνεται άκυρη, ο ίδιος επιτέλους αποφυλακίζεται, για να συνεχίσει ακούραστα την προπαγάνδα κατά της αστικής εξουσίας μέχρι το τέλος της ζωής του…
Ο Blanqui, όπως και αρκετοί προκάτοχοι του, ήταν ένας άνθρωπος κυρίως της δράσης, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν άφησε πίσω του ένα αξιοπρόσεκτο όγκο γραπτών, αλλά κυρίως ο βασικός λόγος μνημόνευσης του είναι η πρακτική του δουλειά και η μαχητικότητα του. Στο πλήθος των γραπτών του περιλαμβάνονται ένας μεγάλος αριθμός άρθρων του σε εφημερίδες που είτε ίδρυσε ο ίδιος είτε απλά συμμετείχε σε αυτές, αλλά και αρκετά ολοκληρωμένα έργα, τα οποία αποτέλεσαν την θεωρητική βάση του ρεύματος που ονομάστηκε Μπλανκισμός, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο ίδιος ο Blanqui είχε κάποια άμεση σχέση με τις οργανώσεις που αυτοπροσδιορίζονταν ως Μπλανκιστικές. Ο Friedrich Engels στα 1874, κάνοντας κριτική στο Πρόγραμμα των Μπλανκιστών προσφύγων της Κομμούνας στο Λονδίνο, οι οποίοι μόλις είχαν αποχωρίσει από την Α’ Διεθνή και είχαν δημιουργήσει την δική τους οργάνωση, αναφέρει πως είναι ζήτημα αν δυο τρεις από αυτούς είχαν ποτέ καταφέρει να μιλήσουν με τον ίδιο τον Επαναστάτη, παρ’ όλο που ο ίδιος ήταν ακόμα εν ζωή και ενεργός στην δράση του - όταν δεν βρισκόταν κλεισμένος σε κάποια φυλακή… Οι ίδιοι λοιπόν αυτοχαρακτηρίζονταν έτσι διότι δήλωναν πιστοί στις παραδόσεις και στις ιδέες του Blanqui. Ιδέες, οι οποίες εντούτοις στερούνταν της οποιασδήποτε επιστημονικής βάσης, κι αναπόφευκτα ύστερα από μερικές δεκαετίες με την ολοκληρωτική επικράτηση του Μαρξισμού στο Κομμουνιστικό κίνημα, αποτέλεσαν «νεκρό δόγμα» που σήμερα έχει εκλείψει οριστικά και δεν αποτελεί σημείο αναφοράς για καμιά οργάνωση παγκοσμίως.
Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, πως το σπουδαιότερο και πιο αξιοπρόσεκτο πνευματικό προϊόν του Blanqui ήταν το Eternite par les astres, το βιβλίο που συνέγραψε λίγο μετά την πτώση της Κομμούνας ενόσω ήταν έγκλειστος στο φρούριο του Τορό. Ξεκινώντας από τον Laplace, ξεδιπλώνει το πλούσιο μορφωτικό του επίπεδο διατηρώντας αυστηρή επιστημονική ακρίβεια για να «πατήσει» κατόπιν πάνω στην θεωρία της απειρίας του σύμπαντος και του χωροχρόνου, και να αναπτύξει την δική του υπόθεση, των παράλληλων κόσμων και ιστοριών, όπου η κάθε μια είναι όμοια με τον εαυτό της αλλά ξεχωρίζει στις διάφορες εκφάνσεις της και εκβάσεις της. Έτσι λοιπόν ο August Blanqui φτάνοντας σε υψηλά επίπεδα λογοτεχνικού ύφους παρουσιάζει την δική του εκδοχή για τον κόσμο, η οποία μας ωθεί να οραματιστούμε πως σε ένα άλλο, παράλληλο σύμπαν, τα ιδανικά του θα είχαν γίνει πια πραγματικότητα και οι αγαπημένοι του Κομμουνάροι, αντί για σφαγιασμένα πτώματα που σωριάζονται σε κάποιο τάφο, θα ήταν ολοζώντανοι και περήφανοι, νικητές και αφέντες της μοίρας τους…
Αρκετό ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης και η σύλληψη του Blanqui σχετικά με την ιδανική οργάνωση και τους συνωμοτικούς κανόνες που πρέπει να ακολουθούν οι επαναστάτες, όπως εφαρμόστηκε στην Société des Saisons, δηλαδή στην Οργάνωση των Εποχών. Με βάση αυτό το οργανωτικό σχέδιο υπήρχαν, για λόγους ασφαλείας, κάποιες ιεραρχήσεις στο εσωτερικό της οργάνωσης. Κάθε άνδρας αντιπροσώπευε μια Ημέρα. Επτά άνδρες αποτελούσαν μια Εβδομάδα, εκ των οποίων οι έξι ακολουθούσαν τις εντολές του εβδόμου ανδρός, που ονομαζόταν Κυριακή. Τέσσερις εβδομάδες αποτελούσαν ένα Μήνα, οι αρχηγοί των οποίων ονομάζονταν Ιούλιος και Δεκέμβριος. Τρεις Μήνες ονομάζονταν Εποχές, με αντίστοιχους αρχηγούς την Άνοιξη, τον Χειμώνα, το Καλοκαίρι, και το Φθινόπωρο και τέλος αυτοί με την σειρά τους αναφερόντουσαν μόνο στα τρία Έτη, την ανώτερη βαθμίδα της οργάνωσης την οποία αποτελούσαν οι τρεις ηγέτες, Armand Barbès, August Blanqui και Martin Bernard. Μια θεωρία, αρκετά εντυπωσιακή στην σύλληψη της μεν, παντελώς άχρηστη πλέον δε, από την στιγμή που η Ιστορία έθεσε την αναγκαιότητα στο Κομμουνιστικό κίνημα να αναπτυχθεί μέσα από μαζικά Κόμματα και όχι μέσα από μικρούς συνωμοτικούς πυρήνες.
Η ζωή του August Blanqui αποτελεί σίγουρα πολύτιμο υλικό για τους μελετητές της πολιτικής και της Ιστορίας, και γιατί όχι, και γι’ αυτούς της Ψυχολογίας, για την παρατήρηση και την καταγραφή των χαρακτηριστικών του ακραίου ψυχολογικού τύπου αυτού του Επαναστάτη, δηλαδή του ανθρώπου που αποφασίζει να αφιερωθεί ολόψυχα στον σκοπό της Επανάστασης διαγράφοντας οποιαδήποτε άλλη συμβατική κοινωνική δραστηριότητα στην ζωή του. Ο Blanqui είναι μια περίπτωση Επαναστάτη που δεν συναντάται εύκολα. Όχι μόνο η αυτοθυσία του, αλλά και η φανατική προσήλωση του στον συνωμοτισμό και στην μυστικότητα, σε σημείο να παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά της εμμονής, τραβούν αμέσως την προσοχή και στον πλέον αδιάφορο αναγνώστη ή ερευνητή. Ο ίδιος συνήθιζε να περηφανεύεται γι’ αυτή την «περίεργη» προσήλωση του στην Συνωμοσία. «Είμαι Συνωμότης από την φύση μου», έλεγε. «Σαν βρέφος συνωμότησα ενάντια στην βρεφοκόμο μου, και θα συνωμοτώ ενάντια στον Θεό ή στον Διάβολο μετά θάνατον, ανάλογα με την τοποθεσία της μελλοντικής μου κατοικίας.» Πραγματικά ο Blanqui σε όλη την διάρκεια της ζωής του αρνήθηκε να επεξεργαστεί οποιαδήποτε άλλη μορφή πάλης πέρα από αυτή των στενών επαναστατικών πυρήνων και των αυστηρών συνωμοτικών κανόνων. Αν ο Blanqui είχε ακολουθήσει την μοίρα της πλειοψηφίας των Επαναστατών, που πέθαναν νέοι μετά από μια ταραχώδη ζωή, ίσως να ήταν απόλυτα σύμφωνος με το πνεύμα και τις ανάγκες της Εποχής του, εφόσον η δράση του ξεκινά πολύ πριν καν ο Marx ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική. Όμως, επιβιώνοντας μέσα από τραγικές συνθήκες και περιπέτειες ο Γάλλος έζησε μέχρι το 1881, μια περίοδο όπου το κομμουνιστικό κίνημα είχε ήδη αντιληφθεί στην πράξη τα αδιέξοδα της συνωμοτικής πρακτικής και είχε δείξει τον δρόμο της μαζικότητας. Ο Blanqui δεν φαίνεται να το κατανόησε ποτέ αυτό. Προωθούσε έναν σοσιαλισμό χωρίς ουσιαστικό θεωρητικό υπόβαθρο και επέμενε πεισματικά σε μια μέθοδο πάλης η οποία είχε οριστικά εγκαταλειφθεί από την Ιστορία. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως αν ο έτερος μεγάλος Γάλλος, ο Μπαμπέφ, (βλ. Ο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ) ήταν ένας Επαναστάτης μπροστά από την εποχή του, αντιθέτως τότε ο Blanqui είχε μείνει πολύ πίσω από αυτήν. Δύο προσωπικότητες όμοιες ως προς τον ηρωισμό τους και ως προς την ασυμφωνία με την εποχή τους. Σχολιάζει σχετικά ο Engels για τον Αύγουστο Blanqui: «Ο Blanqui είναι πραγματικά ένας πολιτικός επαναστάτης. Είναι σοσιαλιστής μόνο μέσα από το συναίσθημα, μέσα από την συμπόνια του για τα βάσανα του κόσμου, αλλά δεν έχει ούτε σοσιαλιστική θεωρία, ούτε ξεκάθαρες πρακτικές προτάσεις για τις κοινωνικές ασθένειες. Στην πολιτική του δραστηριότητα ήταν κυρίως “άνθρωπος της δράσης”, πιστεύοντας πως μια μικρή και καλά οργανωμένη μειοψηφία που θα επιχειρούσε ένα ισχυρό πολιτικό χτύπημα την κατάλληλη στιγμή θα μπορούσε να συμπαρασύρει τον κόσμο μαζί τους με μερικές αρχικές επιτυχίες και συνεπώς να κάνει μια νικηφόρα επανάσταση (…) Μέσα από την αντίληψη του Blanqui, πως κάθε επανάσταση μπορεί να γίνει μέσα από την εξέγερση μιας μικρής επαναστατικής μειοψηφίας, προκύπτει από μόνη της η αναγκαιότητα μιας δικτατορίας μετά από την επιτυχία του εγχειρήματος. Αυτή είναι σαφώς, όχι μια δικτατορία ολόκληρης της επαναστατικής τάξης, του προλεταριάτου, αλλά της μικρής μειοψηφίας που έκανε την επανάσταση, και οι οποίοι έχουν από τα πριν οργανωθεί κάτω από την δικτατορία ενός ή μερικών ατόμων. Βλέπουμε, επομένως, πως ο Blanqui είναι ένας επαναστάτης της προηγούμενης γενιάς.»
Και όντως έτσι είναι. Η οποιαδήποτε κριτική πάνω στα ατομικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Blanqui θα ήταν ατελής, αν δεν προσπαθούσε να την εντάξει μέσα σε ένα ευρύτερο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο. Ουσιαστικά ο Blanqui και η δράση του ήταν απότοκα μιας μακράς παράδοσης μυστικότητας και συνωμοτισμού που έλκουν την καταγωγή τους από τα χρόνια ακόμα του Μεσαίωνα. Οι καταπιεζόμενες τάξεις στην προσπάθεια τους να προασπίσουν και να προωθήσουν τα δικαιώματα και τα συμφέροντα τους -επαγγελματικά αρχικά, κοινωνικά και πολιτικά στην συνέχεια- δεν είχαν άλλη επιλογή από την δημιουργία οργανώσεων που η σύνδεση μεταξύ των μελών τους γινόταν κάτω από απαραβίαστους όρκους σιωπής και μυστικοπάθειας. Από τις συντεχνίες των μαστόρων στις Μεσαιωνικές πόλεις που ως σκοπό είχαν την προστασία των μυστικών της τεχνικής τους, μέχρι και τις αντίστοιχες γκίλντες των εμπόρων, ο κλειστός χαρακτήρας αυτών των οργανώσεων ήταν, αναπόφευκτα, θεσμός. Ο Τεκτονισμός, που τόσο έχει ντυθεί με μυστικιστικό και αποκρυφιστικό μανδύα στους αιώνες που ακολούθησαν εξαιτίας του μυστηρίου που απέπνεε η άγνωστη στον κόσμο φύση τους, είναι προϊόν ακριβώς αυτού του συντεχνιακού τρόπου οργάνωσης, που αποτέλεσε την βάση για την δημιουργία οργανώσεων όπως η Φιλική Εταιρεία και οι Καρμπονάροι, «δανείζοντας» τους μάλιστα την τεκτονική δομή τους πάνω στην οποία ήταν θεμελιωμένες. Η όξυνση της ταξικής πάλης ανάμεσα στην ανερχόμενη αστική τάξη και στην παρακμάζουσα φεουδαρχία, και η δυναμική εξέλιξη της πολιτικής στην ανθρώπινη Ιστορία, οδηγούν σταδιακά στην δημιουργία οργανώσεων με ξεκάθαρα επαναστατικό πολιτικό περιεχόμενο. Κατά τον Μεσαίωνα, ο κλειστός χαρακτήρας των οργανώσεων αυτών δεν ήταν επιλογή, αλλά αναγκαιότητα. Στα θεοκρατικά, φεουδαρχικά καθεστώτα της Σκοτεινής Εποχής, έννοιες όπως πολιτικές ελευθερίες και δικαιώματα ήταν παντελώς άγνωστες. Επίσης, οι αντικειμενικές συνθήκες της κοινωνίας και κατ’ επέκταση και τα θεωρητικά εργαλεία που είχαν στην διάθεση τους οι Επαναστάτες, δεν επέτρεπαν οποιαδήποτε άλλη μορφή οργάνωσης και αντίληψης για τα μέσα της ταξικής πάλης. Η δομή τέτοιων οργανώσεων ήταν ταξικά ετερογενής. Από χρηματιστές, μικρομεσαίους ιδιοκτήτες και εμπόρους, μέχρι ακτήμονες, εργάτες γης και μανουφακτούρας, κάτω φυσικά από την καθοδήγηση των πιο πρωτοπόρων ριζοσπαστών της αστικής τάξης. Καταγράφεται μια πληθώρα τέτοιων οργανώσεων κατά την διάρκεια του Μεσαίωνα, μέχρι και την δημιουργία του πρώτου, με την σύγχρονη έννοια, δημοκρατικού πολιτικού Κόμματος στην Ιστορία, του Κόμματος των Ισοπεδωτών (1640-1649), του John Lilborne. Οι Ισοπεδωτές, οι οποίοι είχαν ως σημείο συνάντησης την Whalebone Tavern, είχαν δικό τους έντυπο όργανο, είχαν πυρήνες σε πολλές πόλεις της Αγγλίας, είχαν «διασπείρει» μυστικά αγκιτάτορες μέσα στον στρατό του Κρόμγουελ -τους επονομαζόμενους πράκτορες- είχαν επεξεργαστεί θεωρητικά με εντυπωσιακό για την εποχή τρόπο κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα δημιουργώντας μια πρωτοποριακή πλατφόρμα ιδεών και στόχων, και φυσικά, ως αντανάκλαση της ταξικής ετερογένειας στο εσωτερικό τους, εμπεριείχαν στους κόλπους τους και φράξιες με πρώιμο κομμουνιστικό προσανατολισμό, τους «αληθινούς Ισοπεδωτές» (Winstanley, Everard). Στην πορεία εξέλιξης της ταξικής πάλης, και σαν αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης που σήμαινε ταυτόχρονα και την εντατικοποίηση στην δημιουργία και στον σχηματισμό της εργατικής τάξης, η ταξική διαφοροποίηση στο εσωτερικό αυτών των κομμάτων οδήγησε σταδιακά στην δημιουργία ξεχωριστών κομμάτων κι οργανώσεων, αυτή την φορά με αντικρουόμενα συμφέροντα. Θα χρειαζόντουσαν ημέρες ολόκληρες για να αναφέρει κάποιος απλώς ονομαστικά το πλήθος των μυστικών ομάδων που δημιουργήθηκαν στην ίδια περίοδο μέχρι και στον 19ο αιώνα. Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο θα ήταν αναγκαίο να γραφτεί για τις οργανώσεις συνωμοτικού χαρακτήρα που εμφανίστηκαν μόνο στην Γαλλία λίγο πριν και μερικές δεκαετίες μετά την Γαλλική Επανάσταση, όταν το φαινόμενο έφτασε στην κορύφωση του. Ο Ούλριχ Χούαρ, παίρνοντας έναυσμα από την κατάσταση στην Γαλλία, μας δίνει μια εξήγηση γιατί οργανώσεις αυτού του χαρακτήρα, αναγκάζονταν να λειτουργούν κάτω από το πέπλο της μυστικότητας και των συνωμοτικών κανόνων: «Ο εδαφικός και τοπικός κατακερματισμός της χώρας, οι αυστηροί κανόνες για τους εργάτες της μανουφακτούρας, οι μισθοί πείνας και ο αναλφαβητισμός εμπόδιζαν τη δημιουργία μόνιμων οργανώσεων. Επίσης, έλειπαν ακόμα οι υλικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο: η σύγχρονη μηχανική μεγάλη παραγωγή, η συγκέντρωση βιομηχανικών εργατών σε εργοστάσια και πόλεις. Δεν υπήρχε ακόμη οργανωμένη δύναμη ενάντια στο βασιλικό μηχανισμό εξουσίας, ο οποίος κατάστελλε βάναυσα όλες τις δραστηριότητες των προλεταρίων ενάντια στους αστούς εκμεταλλευτές τους, προς το συμφέρον των ιδιοκτητών. Οι οργανωτές απεργιών απειλούνταν με τη θανατική ποινή ή τα κάτεργα. Ένα Διάταγμα του 1781 απαγόρευε στους εργάτες να συνεννοούνται μεταξύ τους. Σε αυτό δεν είχε αλλάξει τίποτα ακόμα το ξέσπασμα της Επανάστασης με την έφοδο στη Βαστίλη στις 14 Ιουλίου 1789. Με τον περιβόητο «Νόμο Λε Σαπελιέ» (Le Chapelier) -πήρε το όνομα εκείνου που τον υπέβαλε- που αποφασίστηκε στις 14 Ιουνίου 1791 από τη Νομοθετική Συνέλευση, η απεργία έγινε πλέον ποινικό αδίκημα. Τα συνδικάτα θεωρούνταν παράνομα. Ο νόμος κατά της απεργίας ίσχυε μέχρι το 1864, η απαγόρευση των συνδικάτων μέχρι το 1884 στη Γαλλία. Η αντιαπεργιακή αυτή νομοθεσία ήταν ένας από τους λόγους που οι κομμουνιστικές οργανώσεις δεν μπορούσαν παρά να σχηματίζονται σε μυστικές κοινότητες, μέχρι μετά από τα μέσα του 19ου αιώνα, μέχρι τον κύκλο των ευρωπαϊκών επαναστάσεων του 1848-1850. Όμως, αυτή η αστική ταξική δικαιοσύνη δεν μπόρεσε να εμποδίσει την εμφάνιση και ανάπτυξη αυτών των οργανώσεων σαν πολιτική αντανάκλαση του ταξικού ανταγωνισμού ανάμεσα στην αστική τάξη που κατακτούσε την εξουσία στην περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης και του προ-προλεταριάτου που εξελισσόταν σε σύγχρονο βιομηχανικό προλεταριάτο.» Έτσι λοιπόν, κάτω από αυτές τις πολύπλοκες διαδικασίες που διήρκησαν αιώνες σχηματίστηκε μια δυναμική και πλούσια παράδοση της οποίας κληρονόμος ήταν ο August Blanqui. Πιστός στο πνεύμα της συνωμοσίας από την αρχή ως το τέλος της δράσης του μετέφερε ως τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα τον άνεμο της επανάστασης, όπως όμως τον είχε δεχτεί μέσα από τις συνωμοτικές διεργασίες των περασμένων αιώνων. Από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα όμως και μετά, ήταν κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο πως μόνο μέσα από την μαζικότητα η εργατική τάξη θα μπορούσε να διεκδικήσει τα δίκια της. Η Παρισινή Κομμούνα, ήταν από μόνη της μια τρανή απόδειξη πάνω σε αυτό. Ο Blanqui δεν κατάφερε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Στο τέλος της ζωής του, ήταν πλέον εμφανές και μέσα στους εργατικούς κύκλους που κάποτε τον είχαν λατρέψει και ακολουθήσει τυφλά, πως οι ιδέες του δεν είχαν πλέον πέραση.
Ο δημοσιογράφος της New York Times περιγράφει με εμφανή την χαιρεκακία τον τρόπο που πέθανε ο γηραιός πλέον Blanqui, την Τρίτη, 1η Ιανουαρίου του 1881. Παρευρίσκεται σε μια επαναστατική εργατική συγκέντρωση στην Salle Ragache. Η ομιλία του δεν συνοδεύτηκε από τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα κι επευφημίες των παρελθόντων ένδοξων ετών. Αφού ολοκληρώνει, κατεβαίνει από το βήμα και κάθεται στην θέση του στην πλατφόρμα των ομιλητών. Λόγω και της μεγάλης ηλικίας του, ο βετεράνος επαναστάτης αποκοιμιέται στην καρέκλα του. Ξυπνάει βλέποντας μια παρέα νεαρών εργατών να γελάνε κοροϊδεύοντας τον. Η αξιοπρέπεια του δεν μπορεί να το αντέξει. Εξοργισμένος και πριν καλά καλά φορέσει το πανωφόρι του, βγαίνει απότομα έξω στον Παρισινό χιονιά. Η ψυχολογική φόρτιση σε συνδυασμό με την απότομη αλλαγή θερμοκρασίας προκαλούν αποπληξία στον γερασμένο του οργανισμό. Ο Blanqui σωριάζεται στην μέση του δρόμου, μέσα στα χιόνια. Ο επαναστάτης που επιβίωσε από αναρίθμητες μάχες και μέσα στα πιο σκοτεινά μπουντρούμια κατά την διάρκεια της ζωής του, τώρα κείτεται νεκρός στα 75 του χρόνια, νικημένος από το κρύο και από τα γέλια μιας παρέας νεαρών…
Τελικά πως θα μπορούσε να τοποθετήσει κάποιος τον Blanqui μέσα στην αλυσίδα της Ιστορίας των επαναστατικών κινημάτων; Ήταν μια σημαντική και ωφέλιμη προσωπικότητα ή απλά ένας ουτοπικός οραματιστής αγκυλωμένος σε ξεπερασμένες μεθόδους άλλων εποχών; Σίγουρα ισχύουν και τα δύο. Ακόμα και αν ο Blanqui δεν κατάφερε ποτέ να προσαρμοστεί στις νέες πραγματικότητες που αφορούσαν το εργατικό κίνημα, η δράση του χάρισε πολύτιμες εμπειρίες στους μεταγενέστερους, αλλά και στους σύγχρονους του επαναστάτες, ακόμα και μέσα από τις αποτυχίες του. Αξίζει, και μόνο για τον ηρωισμό του και την άρνηση κάθε χαράς και ευτυχίας για χάρη της Επανάστασης, να μνημονεύεται, ο αμετανόητος Συνωμότης, ως ένας από τους μεγαλύτερους Επαναστάτες που έζησαν ποτέ…






Ευχαριστώ τον αδελφό μου Δημήτρη που αφιέρωσε λίγο από τον χρόνο του για να μου φέρει τις φωτογραφίες από τον τάφο του Blanqui στο Père Lachaise
.




Τετάρτη, 2 Ιανουάριος 2008

Ο «ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ»

«Εμπρός λοιπόν φίλοι μου! Συντρίψτε! Τινάξτε στον
αέρα, ανατρέψτε αυτήν την
κοινωνία, που δεν σας ταιριάζει!» - Gracchus
Babeuf
Τα όρια της ανθρώπινης πράξης στην Ιστορία καθορίζονται κάθε φορά, από το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο η πράξη λαμβάνει χώρα. Η πιο παθιασμένη υποκειμενική βούληση δεν μπορεί να ξεπεράσει τους αντικειμενικούς περιορισμούς που θέτει η πραγματικότητα. Ο Ίκαρος, «ζηλεύοντας» την χάρη των πουλιών, αψήφησε την φύση του που δεν ήταν πλασμένη να πετά, και ανίκανος να διαχειριστεί τις νέες του «ικανότητες», πέταξε με απρονοησία κοντά στον Ήλιο, για να πεθάνει φλεγόμενος. Ο Αντόνιο Λαμπριόλα έγραψε, πως τα συσσωρευμένα αποτελέσματα της συνολικής δράσης των ανθρώπων στην Ιστορία, δηλαδή της εργασίας τους, διαμορφώνουν σε κάθε περίοδο της ανθρωπότητας ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο πεδίο, το οποίο με την σειρά του επενεργεί πάνω στους ανθρώπους, καθορίζοντας το ανώτατο όριο της υλικής εξέλιξης που μπορούν να «κατακτήσουν» σε κάθε δοσμένη στιγμή, αλλά και τα όρια ως τα οποία μπορεί να ανέλθει η συνείδηση τους. Δεν είναι λίγες οι φορές όμως, που η σκέψη ή η δράση κάποιων ανθρώπων, λειτούργησε ως προμήνυμα του μέλλοντος, για αυτά που εμέλλετο και έπρεπε να φέρει μαζί του το αυθόρμητο ρεύμα της Ιστορίας. Μια τέτοια προσωπικότητα ήταν ο Γράκχος Μπαμπέφ.
Ο Μπαμπέφ δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως προπομπός του επιστημονικού σοσιαλισμού. Δεν θα μπορούσε καν να χαρακτηριστεί θεωρητικός του κομμουνισμού, αφού υπήρξε κυρίως ένα άνθρωπος της δράσης. Σπάνια όμως, στην ζωή ενός ανθρώπου καθρεφτίζονται τόσο καθάρια τα βήματα μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης προς την ωρίμανση. Ο Γάλλος με την άτεγκτη επαναστατική θέληση, αγκάλιασε από νωρίς με τα στοργικά του χέρια το «ανώριμο» ακόμα προλεταριάτο, συνδέοντας μια για πάντα την μοίρα του με τους απόκληρους της ζωής, τους «αβράκωτους», χωρίς να λαμβάνει πάντα ανταπόκριση στον επαναστατικό του οίστρο. Ο Μπαμπέφ, για την εποχή του, αποτέλεσε μια τεράστια ατομική προσφορά για μια περιορισμένη ομαδική ζήτηση. Αυτό το τραγικό στοιχείο της προσωπικότητας του, είναι που οδηγεί τον Λέοντα Τρότσκι να γράψει στο «Λογοτεχνία και Επανάσταση»:
«Η σύγκρουση ανάμεσα στο προσωπικό και στο υπερπροσωπικό μπορεί να ξετυλιχτεί πάνω σε θρησκευτική βάση. Μπορεί να ξετυλιχτεί και πάνω στη βάση ενός ανθρώπινου πάθους που ξεπερνά τον άνθρωπο: πρώτα απ' όλα το κοινωνικό στοιχείο. Όσο ο άνθρωπος δε θα είναι κύριος της κοινωνικής του οργάνωσης, αυτή θα κρέμεται από πάνω του όπως η ειμαρμένη. Υπάρχει ή όχι το θρησκευτικό περικάλυμμα, αυτό είναι δευτερότερο, εξαρτιέται από το βαθμό εγκατάλειψης του ανθρώπου. Η πάλη του Μπαμπέφ για τον κομμουνισμό σε μια κοινωνία που δεν ήταν ώριμη γι' αυτό το σκοπό, είναι η πάλη ενός αρχαίου ήρωα με τη μοίρα. Η μοίρα του Μπαμπέφ έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας αληθινής τραγωδίας, το ίδιο όπως η τύχη των Γράκχων, που ο Μπαμπέφ οικειοποιήθηκε το όνομα τους...»
Στις 23 Νοεμβρίου 1760, γεννιέται στο Saint Qentin, o Φρανσουά - Νοέλ Εμίλ Μπαμπέφ, γιος ενός φτωχού φύλακα δημοσίων κτημάτων. Ο ίδιος θα γίνει χωρομέτρης-γεωμέτρης στο επάγγελμα, αλλά θα αναγκαστεί να εργαστεί σε διάφορες δουλειές για να επιβιώσει: ως το 1785 θα εργαστεί ως υπηρέτης και ως το 1789 ως κλητήρας. Η Γαλλική Επανάσταση τον βρίσκει στην ηλικία των 29 ετών, και από την αρχή τάσσεται στην υπηρεσία της ως Ιακωβίνος, στην πλέον ριζοσπαστική τους πτέρυγα, γεγονός που τον κρατά μακριά από τις επιφανείς θέσεις. Η κοινωνική συνείδηση του Μπαμπέφ δεν «ξυπνά» με την Επανάσταση. Όντας ανήσυχο πνεύμα, έχει συγγράψει ήδη από το 1787 το πρώτο του έργο «Διαρκές Κτηματολόγιο», το οποίο θα δημοσιευτεί δύο με τρία χρόνια μετά, μέσα στην φωτιά της Επανάστασης. Ήδη από τότε, έχει καταδικάσει στην συνείδηση του και στο έργο του την ιδιωτική ιδιοκτησία και επεξεργάζεται την ιδέα της ίσης διανομής της γης σε όλους. Το 1790 πλέον απορρίπτει ανοιχτά τον απαραβίαστο χαρακτήρα της ιδιοκτησίας, που έχει διακηρυχτεί με το πρώτο Σύνταγμα της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά και το κράτος ως «φύλακα της ανισότητας» των ιδιοκτησιών, και την αδικία που απορρέει από αυτό. Φτάνει αργότερα να κατηγορήσει ευθέως τον Ροβεσπιέρο για περιορισμούς και δισταγμούς στην κοινωνική του πολιτική.
Φυσικά, οι ιδέες που επεξεργάστηκε ο Μπαμπέφ δεν ήταν πρωτότυπες. Ήδη από την αρχαιότητα υπάρχουν ως σπέρματα αναφορές για κοινοκτημοσύνη και κατάργηση των ταξικών διακρίσεων, στον Αντιφώντα και αργότερα στον Φαλέα τον Χαλκηδόνιο, αλλά και κατά τον Μεσαίωνα στα έργα του Τόμας Μορ, του Τομάζο Καμπανέλα, του Μεσλιέ, του Μπελαμί και άλλων. Τα ζητήματα που πραγματεύτηκε ο Γάλλος όμως, απέρρεαν ανοιχτά από τις ανάγκες ανάπτυξης του λαϊκού κινήματος ης εποχής του, και τα αιτήματα μιας νέας κοινωνικής τάξης που έκαναν δειλά δειλά την εμφάνιση τους. «...σε κάθε μεγάλο αστικό κίνημα ξεσπούσαν και ανεξάρτητα σκιρτήματα της τάξης εκείνης που αποτελούσε τον πολύ ή λίγο ανεπτυγμένο πρόδρομο του σύγχρονου προλεταριάτου. Όπως λ.χ. την εποχή της Μεταρρύθμισης και του Πολέμου των Χωρικών στη Γερμανία η τάση του Τόμας Μύνστερ, στη μεγάλη αγγλική επανάσταση οι Levellers, στη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση ο Μπαμπέφ», μας εξηγεί ο Ένγκελς στο «Αντί-Ντύρινγκ».
Ο Μπαμπέφ, από την πολυετή πείρα του μέσα στην φωτιά της Επανάστασης, μπόρεσε να διακρίνει ποιες θα ήταν οι μελλοντικές ανάγκες των εργαζομένων στον δρόμο προς την χειραφέτηση. Ξεκίνησε από την υποστήριξη της συλλογικής εκμετάλλευσης των εργαλείων, αλλά λόγω της περιορισμένης εκμηχάνισης και των υπανάπτυκτων μέσων παραγωγής, έβλεπε την εργασία περιορισμένη στα όρια του οικογενειακού νοικοκυριού. Η οικονομική ανισότητα που θα προέκυπτε από αυτό το σύστημα θα «θεραπευόταν» με την συνεχή αναδιανομή της γης σε κάθε γενιά, σύστημα που εφαρμοζόταν και στις κοινότητες των Γερμανικών φύλων που ζούσαν στα σύνορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με την συνεχή αναδιανομή των «μαρκ». Αργότερα, ο Μπαμπέφ, θα προχωρήσει ακόμα περισσότερο την σκέψη του και θα προσεγγίσει μαζί με τους συντρόφους του το αίτημα της ολoκληρωτικής εθνικοποίησης της παραγωγής, και της οργάνωσης των εργαζομένων σε συνεταιριστικές ομάδες με τα προϊόντα να διανέμονται ισότιμα, με βασικό στόχο τα απολύτως απαραίτητα για επιβίωση πάνω στην βάση της απόλυτης ισότητας, πλάθoντας μια νέα ανώτερη ηθική και αλληλεγγύη, στον αγώνα για την «κοινή ευτυχία». Ο Ένγκελς λέει πως αυτός ο «ασκητικός, σπαρτιάτικος κομμουνισμός, ήταν η πρωτόμορφη εμφάνιση της νέας διδασκαλίας».
Οι «αβράκωτοι», δηλαδή η μάζα που έφερε σε πέρας την Επανάσταση καθοδηγούμενη από την αστική τάξη, αποτελείτο από το νεογέννητο προλεταριάτο αλλά και τα φτωχότερα μικροαστικά στρώματα. Από την ταυτότητα με τα αιτήματα της αστικής τάξης αρχικά, θα περάσουν σε εμβρυακή μορφή, με διαδοχικά αιματηρά μα πολύτιμα βήματα και με τον ανώριμο τρόπο που επέβαλλε το επίπεδο της εποχής, τα στάδια της αντίθεσης και της διάκρισης των ταξικών συμφερόντων και επιδιώξεων τους από τους αστούς, μέχρι και την οριστική διαφοροποίηση τους ως μια νέα ανταγωνιστική κοινωνική τάξη με τα δικά της αιτήματα, στα 1848, με τον Ευρωπαϊκό χείμαρρο που σαρώνει την Ευρώπη. Η έκδοση του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου», την ίδια χρονιά, αποτελεί την θεωρητική σφραγίδα πάνω σε αυτή την ρήξη και την γέννηση της νέας διδασκαλίας για την απελευθέρωση της νεαρής εργατικής τάξης. Ο Μπαμπέφ δεν έζησε τόσο ώστε να δει αυτό το ποιοτικό άλμα, και την επώδυνη μετάβαση του προλεταριάτου από «τάξη καθ' εαυτήν» σε συνειδητή εργατική τάξη, «τάξη για τον εαυτό της». Ωστόσο υπήρξε κοινωνός και λαϊκός ηγέτης σε εκείνα τα πρώτα σκιρτήματα της ανεξαρτησίας των εξαθλιωμένων προλετάριων. Ταγμένος σε όλη του την πορεία με το μέρος των κολασμένων θα φτάσει να γίνει η φωνή της Επανάστασης μέσα στην Επανάσταση και μια διαρκής ενοχλητική «αλογόμυγα» στα «οπίσθια» της γραφειοκρατίας. Δεν σταματά στιγμή να πιέζει για όλο και πιο ριζοσπαστικά μέτρα προς όφελος των φτωχών, αρθρογραφώντας σε διάφορες εφημερίδες της εποχής ως «Κάμελλος» αλλά και «Γράκχος», κατά την συνήθεια της Γαλλικής Επανάστασης να απορρίπτουν τα χριστιανικά ονόματα και να υιοθετούν Ρωμαϊκά ή Ελληνικά. Στα 1790, κατηγορείται για εξτρεμισμό, εξαιτίας του ότι υποκινούσε κινήματα ενάντια στους φόρους κατανάλωσης, και συλλαμβάνεται, αλλά υποστηρίζεται από την εφημερίδα του Μαρά και αφήνεται ελεύθερος, εγκαταλείποντας το Παρίσι για την Γαλλική επαρχία. Εκδίδει την εφημερίδα «Ο ανταποκριτής της Πικαρδίας», αλλά ο ριζοσπαστικός του λόγος του στοιχίζει άλλη μια σύλληψη. Το 1791 τοποθετείται ως υπεύθυνος καταγραφής της δημοτικής περιουσίας αλλά εκδιώκεται επειδή προπαγανδίζει την διανομή των αδιάθετων χωραφιών. Με τα γεγονότα του 1793, μεταβαίνει ξανά στο Παρίσι, ενώ καταδικάζεται ερήμην του από δικαστήριο του Somme σε 20 χρόνια φυλάκιση με την ψεύτικη κατηγορία της πλαστογραφίας, από την οποία θα απαλλαχτεί, όταν στις 18 Ιουλίου 1794 δικαστήριο του Aisne θα ακυρώσει την καταδίκη του Somme. Έχει ήδη διοριστεί ως γραμματέας στην Επιτροπή Διοικητικής Μέριμνας της Κομμούνας. Η πτώση του Ροβεσπιέρου τον Ιούλιο του 1794 σηματοδοτεί την απαρχή της περιόδου της ζοφερής αντεπανάστασης. Στην Συμβατική Εθνοσυνέλευση έχουν επικρατήσει τα αντεπαναστατικά στοιχεία και όλα δείχνουν πως το κοσμογονικό κλίμα που επικρατούσε στους δρόμους του Παρισιού στις ταραγμένες ημέρες των Επαναστατικών χρόνων, που τόσο εξαίσια περιγράφει ο Βίκτωρ Ουγκώ στο έργο του «1793», έχει αρχίσει να φθίνει. Ο Μπαμπέφ όμως δεν μένει με δεμένα τα χέρια. Τον Σεπτέμβριο του 1794 εκδίδει την εφημερίδα «Για την Ελευθερία του Τύπου», που στις 5 Οκτωβρίου μετονομάζεται σε «Βήμα του Λαού». Εκφράζει ανοιχτά την υποστήριξη του στους πεσόντες Ροβεσπιέρο, Σαιν Ζυστ και Κουτόν και, λόγω των εμπρηστικών του άρθρων, συλλαμβάνεται εκ νέου και φυλακίζεται για ένα διάστημα στο Αράς. Θα απελευθερωθεί και θα ξαναφυλακιστεί τον Φεβρουάριο του 1795, τον ίδιο μήνα που τα αντεπαναστατικά στοιχεία της εξτρεμιστικής αντι-Ιακωβίνικης οργάνωσης «Jeunesse Doree» θα κάψουν την εφημερίδα του.
Σαν τα τελευταία απόνερα ενός νεκρού κινήματος, αλλά ταυτόχρονα σαν τα πρώτα κύματα ενός νέου, οι εργατικές μάζες παρά τον καταλαγιασμό της πλατιάς επαναστατικής φουρτούνας, διεκδικούν ξανά τα δίκια τους με το σύνθημα της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας. Στις 16 Ιουλίου και 20 Μάιου 1795, ο Μπαμπέφ βρίσκεται να πρωτοστατεί και να καθοδηγεί σαν πραγματικός λαϊκός ηγέτης τις εξεγέρσεις των «αβράκωτων» του Παρισιού ενάντια στο νέο καθεστώς. Δυστυχώς, για άλλη μια φορά στην Ιστορία όπως και στην Παρισινή Κομμούνα του 1871, οι πληβειακές μάζες παρά την εξαθλιωμένη και αποκτηνωμένη τους ύπαρξη αποδεικνύονται πιο μεγαλόκαρδες αλλά και πιο αναποφάσιστες από την «πολιτισμένη» εξουσία. Οι εξεγερμένοι δεν χρησιμοποιούν τα όπλα τους ενάντια στα κυβερνητικά στρατεύματα και η ήττα είναι αναπόφευκτη. Αυτό σημαίνει και το τέλος των μαζικών κινημάτων της περιόδου, με την κούραση και το πεσμένο ηθικό να κυριαρχεί στον λαό, όπως συμβαίνει πάντοτε μετά από περιόδους Επανάστασης και αντεπανάστασης. Τον Φεβρουάριο του 1796, μαζί με άλλους Ιακωβίνους της Άκρας Αριστεράς ιδρύει την «Εταιρεία των Ίσων» ή αλλιώς την «Συνομωσία των Ίσων», που θα αποτελέσει την πρώτη Γαλλική σοσιαλιστική οργάνωση. Η πείρα που είχε αποκτήσει ο Μπαμπέφ στα προηγούμενα χρόνια, τον οδήγησε στο συμπέρασμα πως για την επιτυχία του λαϊκού κινήματος, χρειάζεται μια οργάνωση με πειθαρχία, κεντρική καθοδήγηση και στενή σύνδεση με τις λαϊκές μάζες. Αυτή η οργάνωση ήταν η «Συνομωσία των Ίσων», ο πρόγονος του μελλοντικού επαναστατικού κόμματος. Η οργάνωση εξέδωσε το «Μανιφέστο» της, γραμμένο από τον σύντροφο του Μπαμπέφ Sylvain Marechal, μέσα από το οποίο απαιτούσε την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, την αγροτική μεταρρύθμιση και την Δημοκρατία. Οι μετριοπαθείς Ιακωβίνοι, αρνούμενοι οποιαδήποτε σχέση και συνεργασία μαζί τους, αποκαλούν τον Μπαμπέφ και τον σύντροφο του Lebois «μαχαιροβγάλτες». Αυτό δεν εμποδίζει τους «Ίσους» να εκδώσουν και να διανέμουν χέρι με χέρι την παράνομη επαναστατική εφημερίδα «Eclaireur du Peuple», στην οποία ο ίδιος αρθρογραφούσε ως «Lalonde, στρατιώτης της πατρίδας», και να οργανώσουν επαναστατικούς οργανωτικούς πυρήνες σε όλο το Παρίσι. Στα καφενεία του Παρισιού ο λαός τραγουδούσε το τραγούδι του Μπαμπέφ «Mournat de faim, mourant de froid» («Πεθαίνοντας από πείνα, πεθαίνοντας από κρύο»), ενώ οι φήμες κατέκλυζαν την πόλη πως τα στρατεύματα της Grenelle ετοιμάζονται να στασιάσουν κατά του αντεπαναστατικού Διευθυντηρίου. Οι φήμες εντάθηκαν μετά και την έκδοση του φύλλου της 24ης Απριλίου 1794, της επαναστατικής εφημερίδας του Lebois, «Ami du Peuple», που προέτρεπε τον στρατό ανοιχτά σε στάση.
Εκτός από την προγονική μορφή του Επαναστατικού κόμματος που έδωσε ο Μπαμπέφ με την «Συνομωσία των Ίσων» κατάφερε επίσης να προσεγγίσει το ζήτημα της μορφής του κράτους που προκύπτει από την Επανάσταση, υποστηρίζοντας την κατάληψη της εξουσίας από τον ένοπλο λαό, και την εγκαθίδρυση μιας μεταβατικής δικτατορίας, ερχόμενος έτσι σε αντίθεση με τις απαιτήσεις των «αβράκωτων» για άμεση δημοκρατία μέσα από τα τοπικά τμήματα της Κομμούνας. Πάνω σε αυτό το ζήτημα, θα στηλιτεύσει τον Ροβεσπιέρο, τονίζοντας πως η δικτατορία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά απαραίτητο προσωρινό μέτρο για την περάτωση των επαναστατικών καθηκόντων.
Η εποχή της Επαναστατικής έξαψης όμως, είχε παρέλθει. Οι μάζες γύρισαν την πλάτη, και δεν απάντησαν στο κάλεσμα του Μπαμπέφ. Η «Συνομωσία των Ίσων», δεν βρήκε την ανταπόκριση που περίμενε, και ποτέ δεν απέκτησε πραγματικά πλατιά λαϊκή βάση. Αυτό διευκόλυνε την προδοσία, που ήρθε από τον προβοκάτορα λοχαγό Ζωρζ Γκρισέλ, μυστικό πράκτορα του Διευθυντηρίου. Μετά από πληροφορίες του ίδιου, ο υπουργός Πολέμου διέταξε τον νεαρό τότε αξιωματικό Ναπολέων Βοναπάρτη να διαλύσει την οργάνωση και να συλλάβει τα μέλη της. Ελάχιστοι διεσώθησαν, μεταξύ άλλων ο Ιταλικής καταγωγής Φίλιππο Μπουοναρότι, που άφησε πίσω του το έργο «Συνωμοσία για την Ισότητα», που κέντρισε το ενδιαφέρον των Μαρξ και Ένγκελς, όπως καταγράφουν οι ίδιοι. Ο Μπαμπέφ δεν ήταν ανάμεσα στους διασωθέντες. Συνελήφθη στις 10 Μάιου του 1796, μια ημέρα πριν ξεσπάσει η προγραμματισμένη ένοπλη εξέγερση που είχε σχεδιάσει η οργάνωση. Όλοι οι ηγέτες της οργάνωσης μεταφέρθηκαν στις φυλακές της επαρχίας Βαντόμ στις 27 Αυγούστου, από φόβο μήπως ξεσηκωθεί υπέρ τους ο κόσμος του Παρισιού. Έπειτα από πολύμηνες ανακρίσεις, στις 7 Πραιριάλ του έτους 5 με το επαναστατικό ημερολόγιο (26 Μάιου 1797), ο Μπαμπέφ, μαζί με τον σύντροφο του, Νταρτέ, όρθιοι μπροστά στον πρόεδρο του δικαστηρίου ακούνε την αναπόφευκτη ετυμηγορία: Θάνατος στην λαιμητόμο. Οι δύο Επαναστάτες ήξεραν από πριν ποια θα είναι η απόφαση, εφόσον κατά τις πολύμηνες και επίπονες ανακρίσεις δεν είχαν συνεργαστεί ούτε κατά το ελάχιστο. Έτσι, είχαν προετοιμαστεί καταλλήλως. Ευθύς αμέσως, βγάζουν δύο στιλέτα και καρφώνουν ο ένας τον άλλον, στην προσπάθεια τους να αυτοκτονήσουν. Ο Π. Κανελλόπουλος γράφει πως «Ήταν μία από τις τραγικότερες σκηνές στα χρονικά των δικών». Την επομένη ημέρα, στις 27 Μάιου 1796, έτσι όπως ήταν, αιμόφυρτους και σχεδόν πεθαμένους, τους σέρνουν στην γκιλοτίνα και τους αποκεφαλίζουν... Αργότερα, ο καταδότης Γκρισέλ θα βρει τον θάνατο από το χέρι του Καμίλ Μπαμπέφ, γιου του Επαναστάτη.
Ο Γράκχος Μπαμπέφ, αποχαιρετώντας την οικογένεια του είπε: «Δεν μπορούσα να σκεφθώ άλλον τρόπο να σας κάνω ευτυχισμένους, παρά μέσα από την πανανθρώπινη ευτυχία. Απέτυχα». Ναι, είναι αλήθεια πως ο μεγάλος αυτός Επαναστάτης απέτυχε στους σκοπούς που είχε θέσει. Μα πως μπορεί κανείς να κρίνει την ωριμότητα της σοσιαλιστικής του σκέψης και τα αποτελέσματα της δράσης του, σε μια εποχή που από μόνη της ήταν ανέτοιμη και ανώριμη για τον σοσιαλισμό; Παρ' όλα αυτά οι παρακαταθήκες που άφησε ο Μπαμπέφ αλλά και άλλοι μεγάλοι επαναστάτες της εποχής ήταν σπουδαίες και διδακτικές για την κατοπινή ωρίμανση του κομμουνιστικού κινήματος με τις θεωρίες των Μαρξ και Ένγκελς.
Ανεξάρτητα από όλα αυτά τα ομολογουμένως σπουδαία επιτεύγματα του Μπαμπέφ, εκείνο το χαρακτηριστικό του που τον ανυψώνει σε μια σπουδαία μορφή της Ιστορίας των λαϊκών κινημάτων, είναι η βαθιά του προσήλωση στους σκοπούς της Επανάστασης, η άσπιλη ηθική του και η πραγματική αγάπη για την τάξη του. Γρήγορα είδε, πως η Επανάσταση που πήρε μέρος δεν ήταν ικανή να πάει μέχρι τέλους τα λαϊκά αιτήματα για ουσιαστική ελευθερία. Δεν ήταν «δική του» αυτή η επανάσταση. Βάλθηκε με αυτοθυσία να υπερασπιστεί με κάθε κόστος τα δίκια του λαού του, ενάντια σε κάθε γραφειοκρατία και αντεπανάσταση. Δεν επαναπαύθηκε στα μισοτελειωμένα κεκτημένα των πρώτων ετών της Επανάστασης, αλλά φρόντισε να ασκεί κριτική και πίεση με κάθε ευκαιρία, για πραγματική Δημοκρατία, όπως αυτός την αντιλαμβανόταν, και δεν φοβήθηκε τις συνεχείς και αλλεπάλληλες φυλακίσεις, και την διαρκή απειλή για καρατόμηση που τελικά έγινε πραγματικότητα. Οργίστηκε σαν δαίμονας, νοιώθοντας προδομένος, όταν η Επαναστατική εξουσία έθεσε ανώτατο όριο στους εργατικούς μισθούς, κάτι εντελώς ξένο προς την δική του αντίληψη για την Επανάσταση. Τελικά, η Γαλλική Επανάσταση ήταν πολύ μικρή για να χωρέσει τις βιαστικές μα αγνές προσδοκίες του Μπαμπέφ, και η ηθική του πολύ μεγάλη για να αντέξει την μετεπαναστατική αμπώτιδα και την αναπόφευκτη πτώση των επαναστατικών αρχών και αξιών. Ο Κριστιάν Ρακόφσκι, στο έργο του «Οι επαγγελματικοί κίνδυνοι της εξουσίας» καυτηριάζοντας την έκλυση των ηθών της σοβιετικής γραφειοκρατίας, που οπισθοχωρούσαν σε συμπεριφορές και σε ήθη της παλιάς εξουσίας, ανακαλεί στην μνήμη του την αγωνιώδη και απελπισμένη προειδοποίηση του Μπαμπέφ στους συναγωνιστές του Ιακωβίνους, όταν εκείνοι απομακρύνονταν από το ανώτερο ηθικά Επαναστατικό όραμα του, και παραδίνονταν στον πειρασμό του πλουτισμού και της καλοπέρασης με τα «χαρέμια» που συγκέντρωναν γύρω τους: «Ας αναφέρουμε καλύτερα ένα παράξενο και πολύ γνωστό γεγονός - την άποψη του Μπαμπέφ σύμφωνα με την οποία η πτώση των Ιακωβίνων διευκολύνθηκε πάρα πολύ από τις αριστοκράτισσες, με τις οποίες είχαν μπερδευτεί. Απευθυνόμενος στους Ιακωβίνους έλεγε: "Τι κάνετε, λοιπόν, μικρόψυχοι πληβείοι; Σήμερα σας αγκαλιάζουν, αύριο θα σας πνίξουν!"».
Αυτό ήταν λοιπόν ο Μπαμπέφ; Μια μοναχική φωνή απόγνωσης ενός Προφήτη, που ζητούσε περισσότερα από όσα η εποχή του μπορούσε να του προσφέρει; Το σίγουρο είναι πως, έστω και με λανθάνοντα τρόπο, οι αγώνες του δεν πήγαν χαμένοι. Βοήθησε στο να μπουν οι βάσεις για την κατοπινή ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος, και είχε σπουδαία επίδραση σε κινήματα ελευθερίας και χειραφέτησης παγκοσμίως. Ο Γιάννης Κορδάτος γράφει πως οι επαναστατικές ιδέες του Μπαμπέφ έφτασαν πιθανότατα μέχρι και στην Άνδρο κατά την Επανάσταση του 1821, μέσω του Σταμάτη Ψωμά, του Επτανήσιου γραμματέα του Επαρχείου που είχε σπουδάσει στην Ευρώπη και είχε ακολουθήσει τους Ιακωβίνους και τις ιδέες του Γάλλου Επαναστάτη, την περίοδο που οι αγροτικές μάζες του νησιού εξεγείρονται να απαλλοτριώσουν τα τσιφλίκια και να εκδιώξουν τους φεουδάρχες. Επίσης, ο άλλος μεγάλος Γάλλος Επαναστάτης του επόμενου αιώνα, ο Αύγουστος Μπλανκί, δήλωνε περήφανα διάδοχος και μαθητής του Μπαμπέφ.
Όλη η ποιότητα αυτού του μεγάλου Επαναστάτη και αγωνιστή της Δημοκρατίας, του Γράκχου Μπαμπέφ, συμπυκνώνεται σε μια φράση από την απολογία του, στο δικαστήριο που τον έστειλε στην γκιλοτίνα: «Μόνο όταν μου κόψουν τα χέρια, μόνο όταν οι δήμιοι σας μού ξεριζώσουν την γλώσσα, μόνο τότε θα πάψω να γράφω και να υπερασπίζομαι τους καταπιεσμένους». Γι' αυτό, και στις σελίδες της Ιστορίας της μακραίωνης και βασανιστικής πορείας του ανθρώπου προς το «βασίλειο της ελευθερίας», θα γράφει για πάντα με μεγάλα γράμματα το όνομα του μέγα ουτοπικού. ΑΙΩΝΙΑ ΔΟΞΑ ΚΑΙ ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΓΡΑΚΧΟ ΜΠΑΜΠΕΦ!

Δευτέρα, 13 Αύγουστος 2007

Ο ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ ΕΤΙΕΝ

Το μεγάλο γεγονός της δολοφονίας του Τρότσκι, και τα σχετικά με αυτή συμβάντα, συνειρμικά φέρνουν στη σκέψη δύο ονόματα. Του Στάλιν, ως ιθύνοντα νου, και του Ραμόν Μερκαντέρ, ως εκτελεστικού οργάνου. Αν όμως ο Γεωργιανός στο Κρεμλίνο και ο Ισπανός στο Μεξικό, ήταν τα δύο άκρα ενός γιγάντιου δικτύου που είχε σκοπό την παρακολούθηση και τελικά την εξόντωση του εξόριστου επαναστάτη, εξίσου σημαντικό ρόλο έπαιζε ο «συνδετικός κρίκος», ο άνθρωπος που κατεύθυνε, πληροφορούσε και οργάνωνε τα σπουδαιότερα βήματα της επιχείρησης. Το όνομα του ήταν «Ετιέν», ψευδώνυμο του Μαρκ Ζβορόβσκι. Ο μυστηριώδης ρόλος του και η εγκληματική του δράση, έχουν καταγραφεί και σχολιαστεί από όχι λίγους συγγραφείς. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά…
Η διαπάλη μέσα στο Μπολσεβίκικο Κόμμα, ανάμεσα στον Λεόν Τρότσκι από την μια, που από το 1923 είχε ιδρύσει την Αριστερή Αντιπολίτευση, και στην γραφειοκρατία από την άλλη, οδηγεί στα 1929 στην διαγραφή και εξορία του μακριά από την Ρωσία. Έκτοτε ο Τρότσκι ακολουθεί μια μεγάλη πορεία αλλάζοντας διαρκώς χώρες και τόπους εγκατάστασης. Από την Πρίγκηπο της Τουρκίας σε ένα καταφύγιο στις Γαλλικές Άλπεις, κι από ένα μικρό χωριό της Νορβηγίας σε ένα προάστιο της Πόλης του Μεξικού, το Κογιοακάν, που ήταν κι ο τελευταίος του προορισμός. Σε όλο αυτό το διάστημα ο Τρότσκι δεν σταματά να υποβάλλει σε αδιάκοπη και ανελέητη κριτική την Σταλινική γραφειοκρατία, προσφέροντας παράλληλα ένα ογκωδέστατο και πλούσιο θεωρητικό έργο. Η πρακτική του δουλειά βρίσκει την κορύφωση της στα 1938, με την ίδρυση της Τετάρτης Διεθνούς, που φιλοδοξούσε να γίνει το Παγκόσμιο Επαναστατικό Κόμμα του προλεταριάτου.
Όπως ο Καρλ Μαρξ, που έγραψε τα πολυτιμότερα έργα του σε καθεστώς φρικώδους ένδειας, θανάτων και προσωπικής δυστυχίας, έτσι και ο Τρότσκι, μόνο εύκολη κι ευχάριστη ζωή δεν είχε. Σε αυτό το αδιάκοπο κυνηγητό με την Γκε Πε Ου και πριν ο ίδιος πέσει νεκρός, οι σταλινικοί πράκτορες είχαν καταφέρει να προκαλέσουν τεράστια «πλήγματα» στο άμεσο περιβάλλον του. Η πρώτη του σύζυγος κλείστηκε σε σταλινικό στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας, δύο από τα τέσσερα παιδιά του δολοφονήθηκαν από πράκτορες του Στάλιν, η μια του κόρη πέθανε αβοήθητη από φυματίωση καθώς ο άντρας της σάπιζε στις φυλακές, ενώ και το τέταρτο παιδί του, η άλλη του κόρη, ρημαγμένη ψυχολογικά από την δυστυχία και το αδιάκοπο κυνηγητό, αυτοκτόνησε. Ο Τρότσκι, εκτός από τον χαμό των τεσσάρων παιδιών του, έζησε να δει και την δολοφονία εφτά γραμματέων του από την Γκε Πε Ου.
Η κατασκοπία της ΕΣΣΔ, κατάφερνε πάντα να βρίσκεται με το ένα πόδι μέσα στον στενό κύκλο του Τρότσκι. Η οριστική απόφαση για την εκτέλεση του πάρθηκε από τον Ιωσήφ Στάλιν το 1936, μόλις διάβασε ένα αντίτυπο της «Προδομένης Επανάστασης». Αν το «Κεφάλαιο» του Μαρξ αποτελεί την σπουδαιότερη επιστημονική ανάλυση του καπιταλισμού, τότε σίγουρα η «Προδομένη Επανάσταση» αποτελεί την σπουδαιότερη επιστημονική ανάλυση της κοινωνικής φύσης της Σοβιετικής Ένωσης και του σταλινισμού. Αν το «Κεφάλαιο» ήταν «το μεγαλύτερο βλήμα που εκτοξεύτηκε ποτέ στα κεφάλια των αρχουσών τάξεων» τότε το μεγαλειώδες έργο του Ρώσου επαναστάτη, ήταν το πιο ισχυρό βλήμα στο κεφάλι της γραφειοκρατίας. Δεν μπορούσε να μείνει ατιμώρητος. Το γεγονός του χρονικού σημείου που πάρθηκε η απόφαση, επιβεβαιώνει ο στρατηγός Βολκογκόνοφ με άρθρο του στην «Πράβδα» στις 9 Σεπτέμβρη 1988, με τίτλο «Τρότσκι, ο Δαίμονας της Επανάστασης». Ανάμεσα σε άλλα, αναφέρει: «Ναι, ο Στάλιν, ήθελε τον θάνατο του Τρότσκι γιατί ο καισαρισμός του αρχηγού δεν μπορούσε να είναι ολοκληρωτικός, όσο ο μακρινός εξόριστος βρισκόταν στην ζωή.» Η εντολή για την δολοφονία, συμπίπτει χρονικά με την έναρξη των Δικών της Μόσχας, όπου ξεκληρίστηκαν όλα τα πρωτοκλασάτα στελέχη του Μπολσεβίκικου Κόμματος και του Κόκκινου Στρατού. Στα «Λαϊκά Δικαστήρια» όπου λάμβαναν χώρα οι Δίκες-παρωδίες, ένα όνομα αντηχούσε μονότονα, κατηγορούμενο για τα πάντα: «Τρότσκι, Τρότσκι, Τρότσκι…». Ήταν το «αόρατο χέρι» που κρυβόταν πίσω από κάθε κακό και κάθε συμφορά του Σοβιετικού Κράτους, ο σχεδιαστής όλων των ειδών των δολοπλοκιών, συνωμοσιών και σατανικών εγκλημάτων. Έτσι, εσωτερικά και εξωτερικά της ΕΣΣΔ, δίνεται το σύνθημα για την εντατικοποίηση του πογκρόμ κατά του Τροτσκισμού, και για την εξόντωση του ιδίου.
Καθ’ όλη την διάρκεια της εξορίας του, ο Τρότσκι βρισκόταν σε διαρκή επαφή με ένα περιορισμένο αλλά εξαιρετικά δραστήριο δίκτυο οπαδών και συντρόφων του στα εθνικά τμήματα της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης και της μετέπειτα Τετάρτης Διεθνούς. Οι συνθήκες δεν ήταν εύκολες. Οι Τροτσκιστές δεν είχαν να αντιμετωπίσουν μόνο τις «δημοκρατικές» κυβερνήσεις, τους φασίστες και ναζιστές, αλλά και τους σταλινικούς πράκτορες που επεκτείναν την αντί-τροτσκιστική υστερία και έξω από την ΕΣΣΔ δολοφονώντας και τρομοκρατώντας Τροτσκιστές σε όλο τον κόσμο.
Ένας από τους κύριους συνεργάτες του Τρότσκι, ήταν ο γιος του, ο Λεόν Σεντόφ. Ο Σεντόφ ήταν μάλιστα, ο σύνδεσμος του Τρότσκι με τους εναπομείναντες οπαδούς του «Γέρου» στο υψηλότερο επίπεδο στην ΕΣΣΔ, οι οποίοι αποτελούσαν την ελπίδα για μια πολιτική επανάσταση και ανατροπή της γραφειοκρατικής κάστας. Ο Σεντόφ, ζούσε και ανέπτυσσε την πολύτιμη δράση του στο Παρίσι, όταν αυτό «έβραζε» από τον προπολεμικό πυρετό και είχε γίνει πόλος έλξης των απανταχού της γης επαναστατών. Στην Γαλλία άλλωστε ήταν και το κέντρο της Διεθνούς Γραμματείας της Αριστερής Αντιπολίτευσης, η βάση του παγκόσμιου αυτού κινήματος. Ο γιος του Τρότσκι, είχε ως στενό συνεργάτη και «δεξί χέρι» του, ένα νέο φοιτητή της Ιατρικής, ρωσικής καταγωγής, που άλλοι τον περιγράφουν «σεμνό, επιφυλακτικό, καλλιεργημένο, με καλούς τρόπους» και άλλοι ως «κατσούφη» και «ασήμαντο». Ήταν ο Μαρκ Ζβορόφσκι, γνωστός ως Ετιέν.
Ο Ετιέν, δεν ήταν ο μόνος πράκτορας του Στάλιν που είχε παρεισφρήσει στις γραμμές των Τροτσκιστών. Είχαν υπάρξει και άλλοι, όπως οι αδελφοί Βέιλ και Σενίν, ο Μιλ, ο Γκραφ κ.α. Αλλά κανείς δεν είχε καταφέρει να παραμείνει για τόσο καιρό, σε τόσο υψηλό επίπεδο μέσα στο Τροτσκιστικό Κίνημα. Δίπλα στον Σεντόφ, ουσιαστικά μέσα στο στρατηγείο της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης, ο Ετιέν, είχε όλες τις πληροφορίες που χρειαζόταν για τις κινήσεις του Τρότσκι και των οπαδών του. Χάρη στην δική του δράση, αλλά φυσικά και άλλων κατασκόπων, η Γκε Πε Ου βρισκόταν πάντα ένα βήμα πίσω από τον Τρότσκι. Από την θέση που βρισκόταν, ήταν ο Δούρειος Ίππος μέσα στο Τροτσκιστικό κίνημα, και παρείχε τις κατάλληλες πληροφορίες για την τιμωρία όλων των «αντιπολιτευομένων».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα θύματος αυτού του δικτύου αποτελεί ο Ιγνάς Ρέις, ένας Πολωνός Επαναστάτης που από το 1919 είχε αφιερώσει την ζωή του στις σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες φτάνοντας στα ανώτατα αξιώματα. Στις 17 Ιουλίου του 1937, ο Ρέις, έκανε το «λάθος» να στείλει πίσω στον Στάλιν το παράσημο της «Κόκκινης Σημαίας», τυλιγμένο μέσα στο χαρτί που τον όριζε αντιπρόσωπο στο παράνομο Συνέδριο του Πολωνικού Κόμματος στα 1919. Ταυτόχρονα έστειλε και μια ιστορική επιστολή στην Κεντρική Επιτροπή του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος, στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων: «…Για να μην υποκύψει η ΕΣΣΔ και το διεθνές Κίνημα στα χτυπήματα της αντεπανάστασης και του φασισμού, η εργατική τάξη πρέπει να θέσει τέρμα στη βασιλεία του Στάλιν και του σταλινισμού. Αυτό το μίγμα από τον χειρότερο οπορτουνισμό, στερημένο από κάθε αρχή, μαζί με το ψέμα και το αίμα, κινδυνεύει να δηλητηριάσει τον κόσμο ως τις τελευταίες δυνάμεις της εργατικής τάξης….Κάτω το ψέμα του ‘σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα’! Επιστρέφω στον διεθνισμό του Λένιν!... Όχι, δεν μπορώ πια. Ξαναπαίρνω την ελευθερία μου. Επιστρέφω στον Λένιν, στα διδάγματα και στην πράξη του. Εννοώ να αφιερώσω τις φτωχές δυνάμεις μου στην υπόθεση του Λένιν: θέλω να παλέψω, γιατί μόνο η δική μας νίκη –η νίκη της προλεταριακής επανάστασης- θα απελευθερώσει την ανθρωπότητα από τον καπιταλισμό και την Σοβιετική Ένωση από τον σταλινισμό…» Ο Ρέις πλήρωσε την «αυθάδικη» τόλμη του, στις 4 Σεπτεμβρίου του 1937 σε μια ενέδρα που είχε στηθεί γι’ αυτόν στην Λοζάνη, όπου και δολοφονήθηκε από το «μακρύ χέρι» του «Πατερούλη».
Ανάλογη περίπτωση αποτελεί και ο Βάλτερ Κριβίτσκι, και αυτός ένας από τους εξέχοντες ηγέτες των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών, υπεύθυνος για την Ευρώπη την δεκαετία του 1930. Ο Κριβίτσκι, όπως και ο Ρέις, διαχώρισε την θέση του από τον σταλινισμό το καλοκαίρι του 1937, και ήρθε σε επαφή με τον Σεντόφ στο Παρίσι, όπου του αποκάλυψε πως ο Στάλιν σχεδιάζει την δολοφονία του Τρότσκι. Ο έμπειρος Κριβίτσκι, στο άκουσμα της δολοφονίας του Ρέις, διαισθάνεται τον κίνδυνο κι εξαφανίζεται ματαιώνοντας την συνάντηση που προετοιμαζόταν με τον Τρότσκι. Δύο μέρες μετά τον θάνατο και του Σεντόφ, στις 18 Φεβρουαρίου 1938, ο Κριβίτσκι στέλνει από την Αμερική συλλυπητήριο τηλεγράφημα στον Τρότσκι: «Συμμερίζομαι την θλίψη σας, Βάλτερ» Ο Τρότσκι αρχίζει να τον αναζητά παντού, χωρίς αποτέλεσμα. Στις 27 Δεκέμβρη του 1938 δέχεται ένα ανώνυμο γράμμα από την Νέα Υόρκη, και άλλο ένα στις αρχές του Μάη 1939, όπου τον πληροφορούν πως οι πράκτορες της Γκε Πε Ου έχουν καταφέρει να διεισδύσουν στο Γαλλικό τμήμα της αντιπολίτευσης, ενώ καταγγέλουν συγκεκριμένα και τον «Μαρκ», δηλαδή τον Ετιέν, τον στενότερο σύντροφο του γιού του. Ο Τρότσκι λανθασμένα πιστεύει πως τα γράμματα είναι του Κριβίτσκι και γράφει στον δικηγόρο του Γιαν Φράνκελ στην Αμερική: «Τι συμφέρον μπορεί να έχει ο Β., ώστε να δρα με τόσο αινιγματικό τρόπο; Πιστεύω ότι δεν μας εμπιστεύεται. Γνωρίζει μερικούς πράκτορες στο περιβάλλον μας… Σχεδιάζαμε ο Β. να με συναντήσει και να μου πει ότι γνώριζε. Αλλά στην συνέχεια κάποια παράξενη επιρροή τον έκανε να αλλάξει στάση… Ακόμα κι αν δεν είναι ο συγγραφέας του γράμματος, γνωρίζει ότι προετοιμάζονται διάφορες απόπειρες, όπως και πολλά άλλα πράγματα. Πρέπει να μιλήσει… Φυσικά είμαι έτοιμος να τον συναντήσω σε συνθήκες που θα του εξασφαλίζουν πλήρη ασφάλεια.»
Η συνάντηση δεν έγινε ποτέ. Ο Ραμόν Μερκαντέρ πρόλαβε να καρφώσει την ορειβατική του αξίνα στο πίσω μέρος του κρανίου του Τρότσκι, ενώ στις 11 Φλεβάρη 1941, ο στρατηγός Κριβίτσκι βρέθηκε δολοφονημένος με μια σφαίρα στο κεφάλι σε ένα ξενοδοχείο της Ουάσιγκτον.
Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα από την έρευνα της Διεθνούς Επιτροπής («Τα Ζητήματα Ασφάλειας και η Τέταρτη Διεθνής») τις ανώνυμες επιστολές είχε στείλει ο στρατηγός Αλεξάντερ Ορλόφ, ο υπεύθυνος της Γκε Πε Ου στην Ισπανία, που όταν πήρε από τον Στάλιν την εντολή ανάκλησης του στην Μόσχα, κατέφυγε στην Αμερική. Τα αποτελέσματα της έρευνας της Διεθνούς Επιτροπής επιβεβαίωσε και η προσωπική έρευνα του Ελβετού ιστορικού Πέτερ Ιμπέρ, το 1991 στα Αρχεία της Μόσχας, απ’ όπου αποκαλύπτονται οι δολοφόνοι του Ρέις στην Λοζάνη: Μαρκ Ζβορόβσκι, Ρενάτα Στάινερ, Νικολάι Σμιρένσκι, Σεργκέι Εφρόν και εκτελεστής ο Ρολάν Αμπιάτ. Σύμφωνα με τις καταγγελίες του Ιμπέρ, οι ελβετικές αρχές γνώριζαν τους δολοφόνους από το 1937 αλλά όπως γράφει ο φάκελος τους στα Αρχεία της Μόσχας: «Η δημοσίευση τους είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας της Ελβετίας.»
Άλλο ένα ενδεικτικό επεισόδιο όπου εμπλέκεται το όνομα του «πολυπράγμονα» Ετιέν, καταγράφεται από τον Μιχάλη Ράπτη (Πάμπλο), στην αυτοβιογραφία του. Το θύμα αυτήν την φορά ήταν ο Γερμανός Ρούντολφ Κλέμεντ, διοικητικός γραμματέας της Διεθνούς Γραμματείας στο Παρίσι. Γράφει ο Πάμπλο: «Τον Ιούλιο του 1938 εξαφανίζεται απότομα και ο Ρούντολφ Κλέμεντ, που είχαμε αρχίσει να τον βλέπουμε συχνά και να τον συμπαθούμε ιδιαίτερα…. Προμαντεύαμε όλοι ένα νέο χτύπημα των ανθρώπων του Στάλιν, που λογάριαζαν έτσι, εκτός των άλλων, να δυσκολέψουν την προετοιμασία και την σύγκληση του Ιδρυτικού Συνεδρίου της Τέταρτης Διεθνούς, που είχε ορισθεί για τον Σεπτέμβριο. Στις 26 Αυγούστου η γαλλική αστυνομία ανέσυρε από τον Σηκουάνα ένα πτώμα χωρίς κεφάλι και πόδια. Το πτώμα είχε παραμείνει στο νερό κατά τους ειδικούς έξι έως οκτώ εβδομάδες. Δυο διάσημοι Γάλλοι Τροτσκιστές της εποχής εκείνης, που πέθαναν πρόσφατα, ο Πιέρ Ναβίλ και ο Ζαν Ρους , αναγνώρισαν τον Κλέμεντ από τα λεπτά μακριά χέρια του και τα φίνα δάχτυλα του. Στις 15 Νοεμβρίου 1938 βρέθηκαν και τα δυο κομμένα πόδια, που ταίριαζαν τελείως στον κορμό.» Ο Πάβελ Σουντοπλάτοφ, στα απομνημονεύματα του με τίτλο «Missions spéciales», ισχυρίζεται πως ήταν ο άνθρωπος στον οποίο ανέθεσε ο Στάλιν την οργάνωση της δολοφονίας του Τρότσκι. Αναφερόμενος στον Κλέμεντ, περιγράφει την δολοφονία του. Ο Κλέμεντ, παρασύρεται από κάποιον γνωστό του πρόσωπο σε ενέδρα στο σπίτι του στο Quartier Latin, στο Παρίσι. Τούρκος πρώην αξιωματικός που είχε περάσει στην υπηρεσία της Γκε Πε Ου, τον μαχαιρώνει αιφνιδίως, τον κατακρεουργεί, βάζει τα κομμένα μέλη σε ένα σάκο και τα πετά στον Σηκουάνα. Οι πιθανότητες το γνωστό «πρόσωπο» να είναι ο Ετιέν, είναι σημαντικές, εφόσον ένα πρόσωπο που θα εμπιστευόταν για να συναντήσει ο Κλέμεντ, εν μέσω εποχής επαναστατικής δράσης και συνωμοτικών κανόνων, δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από κάποιον «σύντροφο», όπως ήταν ο υψηλά ιστάμενος «Τροτσκιστής» Ετιέν. Γνωρίζοντας όμως την ιδιότητα του Ετιέν και τις κρυφές πτυχές της δράσης του εκείνης της περιόδου, που τον ξεχωρίζουν από όποιον άλλο Τροτσκιστή του Παρισιού τότε, βγαίνει το συμπέρασμα της σχεδόν βέβαιης συμμετοχής του και σε αυτήν την δολοφονία.
Φυσικά, δεν θα μπορούσε να παραληφθεί από την λίστα των θυμάτων του Ετιέν και το όνομα του Λεόν Σεντόφ, όπως προαναφέρθηκε. Στις 16 Φεβρουαρίου 1938 μεταφέρθηκε από φίλους του σε μια μικρή κλινική στο Παρίσι για εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας. Ενώ η επέμβαση πήγε καλά, και ο Λεόν Σεντόφ ανάρρωνε υγιής, ξαφνικά παρουσίασε περίεργα συμπτώματα και λίγες μέρες αργότερα πέθανε, στα 32 του χρόνια. Γράφει ο Πάμπλο: «Είναι τώρα σχεδόν βέβαιο ότι ο Λεόν Σεντόφ δολοφονήθηκε από ανθρώπους της αστυνομίας του Στάλιν, που κινούσε στο Παρίσι, εκτός των άλλων, ο περίφημος Ετιέν.» Ο νεαρός επαναστάτης Λεόν Σεντόφ, δολοφονήθηκε με δηλητήριο.
Θα μπορούσε κανείς να γράφει τόμους για τα θύματα της Γκε Πε Ου παγκοσμίως. Το πλατύ αυτό δίκτυο κατασκοπίας και δολοφονιών, εξέχων μέλος του οποίου ήταν και ο Ετιέν, ήταν αναπόφευκτο κάποια στιγμή να καταφέρει και το μοιραίο χτύπημα στον εξόριστο κομμουνιστή. Είχαν αποπειραθεί και άλλες φορές αλλά δεν τα είχαν καταφέρει. Το βράδυ της 24ης Μαΐου του 1940, όπως περιγράφει ο Εστεμπάν Βολκόφ, εγγονός του Τρότσκι, μια πάνοπλη ομάδα σταλινικών δολοφόνων, εισβάλλει στον κήπο του σπιτιού στο Κογιοακάν, και άψογα πληροφορημένοι, γαζώνουν με σφαίρες το δωμάτιο του «Γέρου». Την επίθεση ολοκληρώνουν πετώντας βόμβες μέσα στο δωμάτιο. Ο Τρότσκι, παρ’ όλη την ηλικία του και την χιλιοταλαιπωρημένη υγεία του από τις φυλακές και τις εξορίες της νεανικής του ηλικίας, καταφέρνει να σηκωθεί γρήγορα από το κρεβάτι του και να προστατευτεί. Την επομένη ο Τρότσκι, σώος και αβλαβής, καταγγέλει ως υπεύθυνο της δολοφονικής επίθεσης τον Αλφρέντο Σικουέιρος, τον διάσημο σταλινικό Μεξικάνο ζωγράφο. Η αστυνομία, αντ’ αυτού ανέκρινε φρουρούς του Τρότσκι! Οι περιορισμένες, σε σχέση με τον σοβιετικό μηχανισμό, δυνάμεις της Τετάρτης Διεθνούς δεν στάθηκαν ικανές να αποτρέψουν τελικά το «κακό». Στην νεκρολογία του Τρότσκι που εκφώνησε ο Τζέιμς Κάνον, ηγέτης του SWP, του Αμερικάνικου τμήματος της Τέταρτης Διεθνούς και προσωπικός φίλος του, αναφέρει πως όταν χτυπήθηκε τελικά ο Τρότσκι από τον Ραμόν Μερκαντέρ, ο ίδιος είχε πάει στην Μινεάπολη σε μια συνάντηση για την προετοιμασία και αποστολή περισσότερων δυνάμεων που θα αποτελούσαν την φρουρά του Τρότσκι, που κατά κύριο λόγο ήταν εθελοντές νεολαίοι ή εργάτες Τροτσκιστές.
Στην εφημερίδα «Paris Soir» στις 31 Αυγούστου 1939, καταγράφεται μια ενδιαφέρουσα στιχομυθία ανάμεσα στον Γάλλο διπλωμάτη Κουλόντρ και στον Χίτλερ, με πηγή του δημοσιεύματος τον ίδιο τον Πρέσβη Κουλόντρ. Ο Χίτλερ καυχιέται για την «ρεαλιστική συνθήκη» που υπέγραψε με τον Στάλιν και «λυπάται» που θα χυθεί γαλλικό και γερμανικό αίμα. «Αλλά ο Στάλιν φέρθηκε διπρόσωπα.» παρατηρεί ο Κουλόντρ. «Ο πραγματικός νικητής (σε περίπτωση πολέμου) θα είναι ο Τρότσκι. Το έχετε σκεφτεί αυτό;». «Το ξέρω» απαντά ο Φύρερ, «αλλά γιατί η Γαλλία και η Βρετανία έδωσαν στην Πολωνία πλήρη ελευθερία δράσης;».
Το επεισόδιο αυτό, αν και δεν επαληθεύτηκε στην πρόβλεψη του, δείχνει καθαρά το τρόμο που προκαλούσε και προκαλεί και μόνο η σκέψη της ενίσχυσης και εφαρμογής στην πράξη των μαρξιστικών ιδεών που επεξεργάστηκε και διατύπωσε ο Λεόν Τρότσκι. Μια επαναστατική μειοψηφία αποτελούσε το κίνημα του, κι όμως συζητείτο με τρόμο από τους αστούς όλων των «αποχρώσεων» η πιθανότητα ενδυνάμωσης του. Ο Τρότσκι ακόμα και νεκρός, προκαλούσε την ανησυχία της παγκόσμιας αντίδρασης. «Όλοι οι καπιταλιστές τον μισούσαν και τον φοβόντουσαν ακόμα και νεκρό! Οι πόρτες της σπουδαίας δημοκρατίας μας είναι φυσικά ανοιχτές για πολλούς πολιτικούς πρόσφυγες. Όλων των ειδών οι αντιδραστικοί, δημοκράτες αχρείοι που πρόδωσαν και εγκατέλειψαν τους δικούς τους ανθρώπους, μονάρχες, ακόμα και φασίστες, όλους τους καλοδεχτήκαμε στο λιμάνι της Νέας Υόρκης. Όμως ούτε καν η σωρός του φίλου των καταπιεσμένων δεν μπόρεσε να βρει άσυλο εδώ! Δεν πρόκειται να το ξεχάσουμε αυτό! Θα κρατήσουμε αυτή την θλίψη στις καρδιές μας και την κατάλληλη στιγμή θα πάρουμε την εκδίκηση μας.» υπόσχεται οργισμένα ο Τζέιμς Κάνον στον «αποχαιρετιστήριο» λόγο του…
Ο Τρότσκι στα 21 του χρόνια έγραφε: «Dum spiro, spero! Όσο αναπνέω, ελπίζω – όσο αναπνέω θα παλεύω για το μέλλον, το ακτινοβόλο μέλλον όπου ο άνθρωπος, δυνατός και όμορφος, θα γίνει ο κυρίαρχος του αυθόρμητου ρεύματος της Ιστορίας και θα τον κατευθύνει στον χωρίς σύνορα ορίζοντα της ομορφιάς, της χαράς και της ευτυχίας… Dum spiro, spero!». Λίγο πριν από την δολοφονία του από τον Ραμόν Μερκαντέρ στις 20 Αυγούστου 1940, και παρ’ όλα τα γηρατιά, τις συμφορές και την δυστυχία που βίωσε, δεν είχε χάσει ούτε ίχνος από την αισιοδοξία του: «Η πίστη μου στο Κομμουνιστικό μέλλον της ανθρωπότητας δεν είναι λιγότερη φλογερή, στην πραγματικότητα είναι πιο σίγουρη σήμερα, από ότι στις μέρες της νεότητας μου… Από το παράθυρο βλέπω την στενή λωρίδα από το γρασίδι κάτω από τον τοίχο και τον καθαρό γαλάζιο ουρανό πάνω από τον τοίχο και το φως του ήλιου παντού. Η ζωή είναι όμορφη. Ας την καθαρίσουν οι μελλοντικές γενιές από κάθε κακία, καταπίεση και βία και ας την χαρούν στην πληρότητα της.»
Όπως συνήθιζε να λέει ο ίδιος, η Επανάσταση θα ανοίξει τα «συρτάρια» της Ιστορίας και θα αποκατασταθούν όλοι οι συκοφαντημένοι και οι αδικημένοι της ανθρωπότητας. Τότε θα δικαιωθεί και το όνομα, η σκέψη και η δράση του μεγάλου αυτού Ρώσου Επαναστάτη. Τότε θα βρεθούν και στον απόπατο της Ιστορίας οι κάθε λογής Ετιέν, Μερκαντέρ και Στάλιν…


ΥΓ. Ο Ετιέν, μετά από τις «επαναστατικές» του περιπέτειες πήγε στις ΗΠΑ, όπου και έζησε μέχρι τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990, οπότε και πέθανε. Εργάστηκε στο FBI, κάνοντας ψυχολογικές αναλύσεις των μελλοθάνατων κρατουμένων...